Το Superbonus 110% της Ιταλίας κόστισε 200 δισ. ευρώ
Διεθνή

Το Superbonus 110% της Ιταλίας κόστισε 200 δισ. ευρώ

1 Ιουνίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Ένα από τα πιο φιλόδοξα οικονομικά προγράμματα της σύγχρονης Ευρώπης εξελίχθηκε σε δημοσιονομική καταστροφή για την Ιταλία. Το Superbonus 110%, που εισήχθη το 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας, κόστισε τελικά πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ στα δημόσια οικονομικά της χώρας, δημιουργώντας μόνιμες πιέσεις στο έλλειμμα και στο χρέος. Η πρωθυπουργός Τζιόρτζια Μελόνι δήλωσε δημόσια τον Απρίλιο του 2026 ότι νιώθει «εξοργισμένη», καθώς το πρόγραμμα εμποδίζει ακόμη τη χώρα να συμμορφωθεί με τους δημοσιονομικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι ήταν και πώς λειτούργησε το Superbonus

Το Superbonus 110% σχεδιάστηκε επί κυβέρνησης Τζουζέπε Κόντε ως απάντηση στη βαθιά ύφεση που προκάλεσε το lockdown της πανδημίας. Η βασική λογική ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρη: η ιταλική κυβέρνηση θα επιχορηγούσε την ανακαίνιση κατοικιών με ποσοστό που έφθανε ακόμη και το 110% της δαπάνης, κυρίως για ενεργειακή αναβάθμιση και αντισεισμικές παρεμβάσεις. Οι πολίτες δεν πλήρωναν τίποτα για τις επισκευές, αλλά λάμβαναν και επιπλέον φορολογικές πιστώσεις — ένα πλεονέκτημα που παρουσιάστηκε ως «σοκ επενδύσεων» για την αναζωογόνηση της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση υπολόγιζε στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας του ιταλικού κτιριακού αποθέματος.

Ο μηχανισμός υλοποίησης του προγράμματος βασίστηκε σε μεταβιβάσιμες φορολογικές πιστώσεις, ένα σύστημα που ενείχε από την αρχή διαρθρωτικά προβλήματα. Οι πολίτες μπορούσαν να μεταφέρουν τις απαιτήσεις τους σε τράπεζες και εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια συμψήφιζαν αυτές τις πιστώσεις με τους δικούς τους φόρους προς το κράτος. Αυτός ο μηχανισμός δημιούργησε μια τεράστια «κρυφή» μελλοντική υποχρέωση για τον κρατικό προϋπολογισμό, η οποία δεν ήταν άμεσα ορατή στα αρχικά λογιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, αυτός ακριβώς ο τρόπος λειτουργίας υπήρξε η κεντρική αιτία για το τελικά εκρηκτικό κόστος του προγράμματος.

Ιταλικά κτίρια που ανακαινίστηκαν με το Superbonus 110%

Για ένα διάστημα, τα αποτελέσματα φάνηκαν εντυπωσιακά. Η οικοδομική δραστηριότητα εκτοξεύθηκε, πολλές κατοικίες ανακαινίστηκαν και η κυβέρνηση υποστήριζε ότι το μέτρο δημιουργούσε ανάπτυξη και θέσεις εργασίας. Ωστόσο, πίσω από αυτήν τη φαινομενική δυναμική συσσωρεύονταν τεράστιες δημοσιονομικές υποχρεώσεις. Σε πολλές περιοχές της Ιταλίας, οι τιμές οικοδομικών υλικών και κατασκευαστικών υπηρεσιών αυξήθηκαν απότομα, καθώς οι εργολάβοι γνώριζαν ότι το κόστος καλυπτόταν ουσιαστικά από το κράτος, δημιουργώντας έτσι σημαντικές στρεβλώσεις στην αγορά.

Η οργή Μελόνι και οι δημοσιονομικές συνέπειες

Το τελικό κόστος του Superbonus 110% ξεπέρασε κατά πολύ τις αρχικές εκτιμήσεις, φθάνοντας σε πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της ιταλικής κυβέρνησης και διεθνείς αναλύσεις. Η επιβάρυνση αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα επώδυνη για μια χώρα που αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα χρέους: η Ιταλία κατέχει το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, μετά μόνο από την Ελλάδα. Η Τζιόρτζια Μελόνι, που ανέλαβε με ισχυρή εντολή δημοσιονομικής εξυγίανσης, βρέθηκε να κληρονομεί έναν λογαριασμό που δεν μπορεί εύκολα να κλείσει.

Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της Ιταλίας, το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2025 διαμορφώθηκε στο 3,1% του ΑΕΠ — ελαφρά πάνω από το κρίσιμο όριο του 3% που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε μια χώρα να βγει από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ρητά ότι χωρίς τις «ουρές» δαπανών του Superbonus, η χώρα θα είχε πετύχει τον στόχο και θα είχε απεμπλακεί από αυτήν τη δεσμευτική διαδικασία. Η Μελόνι επέλεξε να μιλήσει με ανοιχτή εκφραστικότητα, δηλώνοντας δημόσια τον Απρίλιο του 2026 ότι νιώθει «εξοργισμένη» ακριβώς λόγω αυτής της παρακαταθήκης.

Οι συνέπειες του προγράμματος συνεχίζουν να εμφανίζονται χρόνια μετά την εφαρμογή του, σύμφωνα με την ίδια την ιταλική κυβέρνηση. Το κεντρικό πρόβλημα παραμένει η διαχείριση των ήδη εκδοθέντων φορολογικών πιστώσεων, οι οποίες δεσμεύουν τον ιταλικό προϋπολογισμό για αρκετά ακόμη χρόνια. Η επιστροφή κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ αποτελεί πλέον τον κεντρικό δημοσιονομικό στόχο της Ιταλίας, καθώς η συνέχιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος περιορίζει σοβαρά τα περιθώρια δανεισμού και δημοσιονομικής ελαστικότητας της χώρας.

Σχετικά άρθρα