Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα έχει φτάσει η φτώχεια στη Γερμανία, με 13,3 εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας, σύμφωνα με την έκθεση της Ένωσης Πρόνοιας Ισότητας που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα. Το ποσοστό φτώχειας ανήλθε στο 16,1% για το 2025, αυξημένο κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024, ενώ η Ένωση χαρακτηρίζει τα στοιχεία «θλιβερό ρεκόρ». Παράλληλα, το 6,9% του πληθυσμού δεν μπορούσε να καλύψει τα βασικά έξοδα διαβίωσής του, με κύριο βάρος το κόστος θέρμανσης.
Τι έδειξε η έκθεση για τη φτώχεια στη Γερμανία
Η Ένωση Πρόνοιας Ισότητας ορίζει ως «σε κίνδυνο φτώχειας» όσους διαθέτουν λιγότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος. Για έναν άγαμο, το όριο αυτό αντιστοιχεί σε 1.446 ευρώ καθαρά τον μήνα, ενώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών ανεβαίνει στις 3.036 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ότι η φτώχεια δεν αφορά πλέον μόνο τις παραδοσιακά ευάλωτες ομάδες, αλλά διευρύνεται σε ευρύτερα τμήματα της γερμανικής κοινωνίας. Η αύξηση του ποσοστού κατά σχεδόν μισή μονάδα σε έναν μόνο χρόνο επιβεβαιώνει μια διαρκή ανοδική τάση που ανησυχεί τους κοινωνικούς φορείς. Τέσσερις στους πέντε πληττόμενους δεν εργάζονται, γεγονός που υπογραμμίζει τον ρόλο της ανεργίας και της αποχής από την αγορά εργασίας. Σημαντικό είναι επίσης ότι το 70% των ατόμων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας είναι Γερμανοί πολίτες, διαψεύδοντας απλουστευτικά αφηγήματα για τα αίτια του φαινομένου.

Τα στοιχεία αποκαλύπτουν επίσης έντονες γεωγραφικές ανισότητες εντός της Γερμανίας. Οι πιο εύπορες περιοχές είναι η Βαυαρία με ποσοστό φτώχειας 12,6% και η Βάδη-Βυρτεμβέργη με 13,2%, που κινούνται κάτω από τον εθνικό μέσο όρο. Στον αντίποδα, η Βρέμη καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό με 27,5%, σχεδόν διπλάσιο από το εθνικό μέσο. Ακολουθούν η Σαξονία-Άνχαλτ με 21,3%, το Αμβούργο με 18,9% και το Βερολίνο με 18,7%. Το χάσμα αυτό μεταξύ Βορρά-Νότου και αστικών-αγροτικών περιοχών αναδεικνύει πόσο άνισα κατανέμεται ο πλούτος στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Ηλικιωμένοι και μονήρεις: οι πιο ευάλωτες ομάδες
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση για τους ηλικιωμένους στη Γερμανία, καθώς η Ένωση Πρόνοιας Ισότητας προειδοποιεί για τον κίνδυνο η γήρανση του πληθυσμού να μετατραπεί σε «παγίδα φτώχειας». Σχεδόν ένας στους πέντε ανθρώπους ηλικίας άνω των 65 ετών πλήττεται ήδη ή κινδυνεύει από φτώχεια, ποσοστό που αντανακλά τις αδυναμίες του συνταξιοδοτικού συστήματος μπροστά στη δημογραφική πίεση. Η κατάσταση για τους ηλικιωμένους χαρακτηρίζεται ρητά «τεταμένη» από τους ερευνητές, οι οποίοι εκτιμούν ότι η τάση αυτή θα επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια εάν δεν υπάρξουν δομικές παρεμβάσεις. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των ηλικιωμένων εξαρτάται από σταθερές συντάξεις χαμηλού ύψους τους καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτους σε διαρθρωτικές αλλαγές της αγοράς και στον πληθωρισμό.

Ωστόσο, οι ηλικιωμένοι δεν είναι η μοναδική ομάδα που αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους. Τα άτομα που ζουν μόνα εμφανίζουν ποσοστό φτώχειας 30,3%, ενώ οι μονογονεϊκές οικογένειες φτάνουν στο 28,9% — σχεδόν τριπλάσιο από τον εθνικό μέσο. Επίσης, τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης πλήττονται σε ποσοστό 29,1%, αναδεικνύοντας την εκπαίδευση ως κρίσιμη ασπίδα προστασίας από την οικονομική αποκλεισμό. Το κόστος θέρμανσης αναδεικνύεται ως το πιο βαρύ οικονομικό βάρος για όσους αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό τους χειμερινούς μήνες. Η Ένωση Πρόνοιας Ισότητας καλεί τις αρχές να λάβουν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της κοινωνικής κρίσης.
Τι ακολουθεί μετά τα ευρήματα της έκθεσης
Η δημοσίευση της έκθεσης αναμένεται να πυροδοτήσει νέες συζητήσεις στον γερμανικό πολιτικό διάλογο για τις κοινωνικές δαπάνες και τα δίχτυα ασφαλείας. Η Ένωση Πρόνοιας Ισότητας θέτει επί τάπητος το ερώτημα εάν το υπάρχον σύστημα κοινωνικής πρόνοιας μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις που δημιουργούν η δημογραφική αλλαγή και η οικονομική αστάθεια. Η έντονη γεωγραφική ανισοκατανομή της φτώχειας υποδηλώνει ότι απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές σε περιφερειακό επίπεδο και όχι μόνο εθνικές παρεμβάσεις. Ο συνδυασμός υψηλών ποσοστών σε αστικά κέντρα όπως το Βερολίνο και το Αμβούργο με τις αδυναμίες του ανατολικού τμήματος της χώρας αποτελεί μια σύνθετη πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση Φρίντριχ Μερτς που ανέλαβε φέτος.




