Σκηνές εσωκομματικών αλληλοκατηγοριών εκτυλίχθηκαν στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης email gate. Στο εδώλιο κάθισαν τέσσερα πρόσωπα της Νέας Δημοκρατίας: η πρώην ευρωβουλευτής Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, ο πρώην Γενικός Γραμματέας Εσωτερικών Μιχάλης Σταυριανουδάκης, ο πρώην Γραμματέας Αποδήμων Νίκος Θεοδωρόπουλος και ο πρώην οργανωτικός γραμματέας αυτοδιοίκησης Μένιος Κορομηλάς. Η Ασημακοπούλου ξεχώρισε ως το κεντρικό πρόσωπο της δίκης, αναλαμβάνοντας «πλήρη ευθύνη» αλλά επιμένοντας ότι ενήργησε καλόπιστα και εντός νόμου.
Τέσσερις κατηγορούμενοι και τέσσερις διαφορετικές εκδοχές
Ο Μιχάλης Σταυριανουδάκης υπήρξε ο μόνος από τους τέσσερις κατηγορουμένους που δήλωσε πλήρη άγνοια για την υπόθεση email gate. Οι υπόλοιποι τρεις — η Ασημακοπούλου, ο Θεοδωρόπουλος και ο Κορομηλάς — επέλεξαν τη στρατηγική της αμοιβαίας ευθυνοποίησης, ρίχνοντας ο ένας στον άλλο την ευθύνη για τη χρήση προσωπικών δεδομένων αποδήμων Ελλήνων. Η δικαστική αίθουσα μετατράπηκε έτσι σε αρένα εσωκομματικής αντιπαράθεσης, με κάθε κατηγορούμενο να οικοδομεί την άμυνά του εις βάρος των συγκατηγορουμένων του. Το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ποιος φέρει την ουσιαστική ευθύνη για την αποστολή email σε ομογενείς χωρίς τη συναίνεσή τους.
Η Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου ξεκίνησε με κατηγορηματικό τόνο: «Αναλαμβάνω την πλήρη ευθύνη», δήλωσε. Ωστόσο, αμέσως διευκρίνισε ότι σκοπός της επικοινωνίας με τους απόδημους δεν ήταν η προσωπική της προεκλογική καμπάνια για τις ευρωεκλογές, αλλά η ενημέρωση για τη νομοθετική ρύθμιση της επιστολικής ψήφου. «Από όλους εδώ, το δικό μου όνομα ακούγεται περισσότερο», είπε στους δικαστές, αναφερόμενη στο «πολιτικό διακύβευμα» που είχε η υπόθεση κατά την εκδήλωσή της. Η ίδια ζήτησε από το δικαστήριο να μη βρεθεί αντιμέτωπη με αμετάκλητη καταδίκη, δηλώνοντας αποφασισμένη να αγωνιστεί «μέχρι το τέλος».
Στο επίκεντρο της υπεράσπισης της Ασημακοπούλου βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η λίστα email που έλαβε ήταν νόμιμη και συμβατή με τον νόμο για τα προσωπικά δεδομένα. Η ίδια υπογράμμισε τη διαφορά μεταξύ εκλογικών καταλόγων — που θα ζητούσε από το Υπουργείο Εσωτερικών — και μιας λίστας φίλων του κόμματος, την οποία ζήτησε από τον Θεοδωρόπουλο. «Δε θα πήγαινα στο κόμμα», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας γιατί δεν είχε κανένα κίνητρο να ζητήσει παράνομους εκλογικούς καταλόγους. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της υπεράσπισής της.
Η συνάντηση του Ιανουαρίου 2024 και το αρχείο που «άλλαξε» τα πάντα
Η Ασημακοπούλου περιέγραψε αναλυτικά στο δικαστήριο την αλληλουχία γεγονότων που οδήγησε στο email gate. Η κρίσιμη επαφή με τον Νίκο Θεοδωρόπουλο έγινε το Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024, όταν η ίδια τον κάλεσε τηλεφωνικά για να συναντηθούν. Κατά τη συνάντηση που ακολούθησε, μίλησαν για την πορεία της επιστολικής ψήφου και η Ασημακοπούλου ζήτησε ρητά λίστα αποδήμων που είχαν δώσει τη συναίνεσή τους στο κόμμα για χρήση των δεδομένων τους. «Μου είπε: ναι βεβαίως, θα σας στείλω», ανέφερε η ίδια αναπαριστώντας τον διάλογό της με τον πρώην γραμματέα αποδήμων.
Περίπου έξι ώρες μετά τη συνάντηση, η Ασημακοπούλου έλαβε στο email της το αρχείο από τον Θεοδωρόπουλο. «Πίστευα ότι το αρχείο που μου ήρθε ήταν λίστα φίλων του κόμματος με συναίνεση των ανθρώπων», δήλωσε η ίδια με έμφαση. Χαρακτηριστική ήταν και η επεξήγηση για τον τρόπο επικοινωνίας: «Είπα από θεσμική αβρότητα να μην πάρει το γραφείο μου τον κ. Θεοδωρόπουλο τηλέφωνο, έτσι τον πήρα εγώ», εξήγησε. Η επιλογή αυτής της προσωπικής επικοινωνίας αντί θεσμικής εξηγεί, κατά την ίδια, γιατί το όνομά της συνδέθηκε άμεσα με την υπόθεση. Παράλληλα, ο ισχυρισμός ότι ζήτησε ρητά λίστα με συναινούντες αποτελεί το κλειδί της ποινικής της υπεράσπισης.
Η πρώην ευρωβουλευτής κατέληξε με έντονη έκκληση προς τους δικαστές: «Στο υψηλότερο επίπεδο να βάζετε τον πήχη για όλα τα πολιτικά πρόσωπα κι εγώ για μένα ακόμα ψηλότερα, αλλά όχι ποινικό». Δήλωσε ότι επιθυμεί να κρατήσει «το όνομά της χωρίς ποινικό μητρώο» και ότι, αν δεν αθωωθεί, ζητά η ποινή να είναι εφέσιμη. Αναφέρθηκε επίσης στο κλίμα των εκλογών, όπου «βγαίνουν τα μαχαίρια», υπονοώντας ότι η υπόθεση απέκτησε δυσανάλογες διαστάσεις λόγω της εκλογικής συγκυρίας. Η στάση αυτή αποτυπώνει τον βαθμό σοβαρότητας που η ίδια αποδίδει στη δίκη — όχι μόνο ως νομικό ζήτημα αλλά και ως θέμα πολιτικής επιβίωσης και προσωπικής τιμής.




