Η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική τίθεται σε διαβούλευση με ορίζοντα το 2035, φέρνοντας για πρώτη φορά σε ένα ενιαίο πλαίσιο τα μέτρα για την αποκλιμάκωση του ράλι των ενοικίων. Το σχέδιο οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς πυλώνες και ενεργοποιεί πόρους άνω των 6,5 δισ. ευρώ, ενώ αποβλέπει στην αντιμετώπιση των δομικών αιτίων της στεγαστικής κρίσης και όχι μόνο των συμπτωμάτων της. Η κυβέρνηση επιχειρεί τη μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση σε ένα σταθερό σύστημα πολιτικής με μακροχρόνιο ορίζοντα.
Διαβάστε επίσης: Το «Ανακαινίζω 2026» δίνει έως 36.000 ευρώ επιδότηση
Τι περιλαμβάνει η στρατηγική
Το κείμενο διαβούλευσης αναγνωρίζει ότι η πίεση στην αγορά κατοικίας έχει πολλαπλές αιτίες: περιορισμένη προσφορά, παλιό οικιστικό απόθεμα, κλειστές κατοικίες, βραχυχρόνια μίσθωση μέσω πλατφορμών και πλήρης απουσία ανεπτυγμένης κοινωνικής κατοικίας. Η στρατηγική εκκινεί από την παραδοχή ότι τα επιδόματα ενοικίου και άλλες υποστηρικτικές πολιτικές δεν αρκούν από μόνες τους για να αντιμετωπίσουν τη στεγαστική κρίση. Χρειάζεται παρέμβαση στις δομικές αδυναμίες της αγοράς κατοικίας, ώστε το αποτέλεσμα να είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα. Η συγκεκριμένη διαπίστωση αλλάζει ριζικά τη λογική με την οποία σχεδιάζεται η κρατική παρέμβαση.
Ο πρώτος πυλώνας αφορά την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, ο δεύτερος τη στεγαστική συνδρομή προς νοικοκυριά και ευάλωτες ομάδες, και ο τρίτος τη δημιουργία ενός πλαισίου εφαρμογής που εγγυάται τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της πολιτικής. Το συνολικό χρηματοδοτικό πλαίσιο ξεπερνά τα 6,5 δισ. ευρώ, με τα κεφάλαια να προέρχονται από συνδυασμό προγραμμάτων, δανείων, επιδοτήσεων, φορολογικών κινήτρων και ευρωπαϊκών πόρων. Μέρος αυτών αποτελεί ήδη δρομολογημένες παρεμβάσεις, ενώ άλλες είναι νέες δράσεις που εντάσσονται στον συνολικό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα στοιχεία για το οικιστικό απόθεμα. Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά περίπου 6,6 εκατ. κατοικίες, εκ των οποίων η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει 2,2 εκατ. κενές. Ωστόσο, αφού εξαιρεθούν δευτερεύουσες κατοικίες και εξοχικά, το πραγματικό πεδίο άσκησης στεγαστικής πολιτικής περιορίζεται σε περίπου 800.000 κατοικίες. Πρόκειται για τον πυρήνα στον οποίο μπορεί να επενεργήσει άμεσα η κυβερνητική παρέμβαση.
Η πρόκληση των κλειστών σπιτιών
Η επιστροφή των κλειστών κατοικιών στην αγορά δεν είναι αυτονόητη. Πάνω από το 80% των κατοικιών έχει κατασκευαστεί πριν από το 2000, γεγονός που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος χρειάζεται ανακαίνιση, ενεργειακή αναβάθμιση και τεχνικές παρεμβάσεις προτού μπορέσει να διατεθεί ξανά στην αγορά. Επιπλέον, πολλές κατοικίες εμπλέκονται σε εκκρεμείς ιδιοκτησιακές ή κληρονομικές διαφορές, γεγονός που καθυστερεί περαιτέρω την αξιοποίησή τους. Η επίλυση αυτών των εκκρεμοτήτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να αποδεσμευτεί το κτιριακό απόθεμα.
Για να αντιμετωπιστεί αυτή η πολυεπίπεδη πρόκληση, η στρατηγική ενσωματώνει μια σειρά από υφιστάμενα και νέα προγράμματα. Το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» αποτελεί ένα από τα κεντρικά εργαλεία, παρέχοντας κίνητρα σε ιδιοκτήτες που θέλουν να επαναφέρουν τις κατοικίες τους στη μακροχρόνια μίσθωση. Παράλληλα, η στρατηγική προβλέπει φορολογικά κίνητρα για ενεργειακές αναβαθμίσεις, ανάπτυξη φοιτητικών εστιών, κοινωνική αντιπαροχή και αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων. Η κατεύθυνση είναι σαφής: η εστίαση δεν πέφτει αποκλειστικά στην κατασκευή νέων σπιτιών, αλλά εξίσου στην επανένταξη υφιστάμενων ακινήτων στη μακροχρόνια αγορά μίσθωσης.
Αξιοσημείωτη είναι η ρητή αναφορά στην κοινωνική κατοικία ως δομική απουσία του ελληνικού συστήματος. Η ανάπτυξη ενός σταθερού αποθέματος κοινωνικής κατοικίας αποτελεί ένα από τα μακροπρόθεσμα στοιχήματα της στρατηγικής, με σκοπό τη δημιουργία ενός δικτύου προσιτών κατοικιών για ευάλωτα νοικοκυριά που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις σημερινές αγοραίες τιμές. Η απουσία κοινωνικής κατοικίας καταγράφεται ως ένας από τους βασικούς παράγοντες που εντείνουν την πίεση στις τιμές μίσθωσης.
Τι σηματοδοτεί η νέα προσέγγιση
Η κυβέρνηση ακολουθεί μια προσέγγιση που απομακρύνεται από την αποσπασματική λογική παρεμβάσεων και αναζητά ένα μόνιμο σύστημα στεγαστικής πολιτικής. Σύμφωνα με το κείμενο διαβούλευσης, τα μέτρα θα παρακολουθούνται σε βάθος χρόνου, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους. Η λογική αυτή συνεπάγεται δεσμεύσεις που εκτείνονται έως το 2035, υπερβαίνοντας τον ορίζοντα μιας τετραετίας. Πρόκειται για μια φιλόδοξη δέσμευση που απαιτεί συνέχεια και συντονισμό μεταξύ διαφορετικών υπουργείων και φορέων.
Το γεγονός ότι το πλαίσιο άνω των 6,5 δισ. ευρώ ενσωματώνει ήδη δρομολογημένα προγράμματα και ευρωπαϊκούς πόρους δεν μειώνει τη σημασία του εγχειρήματος. Αντίθετα, η συγκέντρωση σε ένα ενιαίο πλαίσιο δίνει ορατότητα στις παρεμβάσεις και δημιουργεί την αναγκαία βάση για παρακολούθηση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Ο συντονισμός αυτός ήταν ένα από τα κεντρικά κενά που κατέγραφαν τα προηγούμενα χρόνια οι αναλύσεις για τη στεγαστική κρίση στην Ελλάδα. Η ύπαρξη ενός ενιαίου κειμένου πολιτικής με μετρήσιμους στόχους ανοίγει τον δρόμο για ουσιαστικό έλεγχο της αποτελεσματικότητας των μέτρων.




