Ο τουρισμός στην Ελλάδα παρουσιάζει ισχυρή εικόνα, ανθεκτική ακόμα και στις διεθνείς εντάσεις, με τις αφίξεις να αγγίζουν τα 36 εκατομμύρια το 2024 από 31,3 εκατομμύρια το 2019. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος και διεθνείς αναλυτές εγείρουν σοβαρές ανησυχίες για τον κίνδυνο υπερτουρισμού, προειδοποιώντας ότι η αστική υποδομή δεν μπορεί να ακολουθεί επ’ αόριστον την αύξηση των αφίξεων. Ο κλάδος λειτουργεί πλέον σαν δίκοπο μαχαίρι: πηγή εσόδων και σταθερότητας από τη μία, πηγή πίεσης για τις πόλεις από την άλλη. Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι να διατηρηθεί η οικονομική δυναμική χωρίς να υποβαθμιστεί η ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Ο ελληνικός τουρισμός αντέχει — η UBS επιβεβαιώνει
Η UBS επιβεβαίωσε ότι η ελληνική τουριστική ζήτηση δεν εκτροχιάστηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, όπως πολλοί ανησυχούσαν. Το συνηθισμένο εποχικό μοτίβο των διεθνών αφίξεων στην Αθήνα διατηρήθηκε, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή. Η ετήσια άνοδος έπεσε στο 1,1%, σαφώς χαμηλότερα σε σχέση με τα πολύ ισχυρότερα ποσοστά των προηγούμενων ετών, ωστόσο η γενική εικόνα παραμένει θετική μετά τη βατρακόπηδη πτώση του Απριλίου. Ακόμα και οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις για τη φετινή πορεία του κλάδου φαίνεται να διαψεύδονται στην πράξη.
Η ανάπτυξη των αφίξεων την τελευταία πενταετία αποδεικνύει τη δομική ισχύ του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Από τα 31,3 εκατομμύρια επισκέπτες το 2019, οι αφίξεις ανήλθαν σε 36 εκατομμύρια το 2024, καταγράφοντας αύξηση κοντά στα 5 εκατομμύρια επισκεπτών μέσα σε πέντε χρόνια. Αυτή η δυναμική καθιστά τον κλάδο έναν από τους πιο ανθεκτικούς της ελληνικής οικονομίας, ικανό να αντέχει σε συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας. Τα έσοδα από τον τουρισμό αποτελούν σταθερό στήριγμα για την ελληνική οικονομία, φέρνοντας σταθερά πολύ υψηλά έσοδα, ενώ η ανθεκτικότητα του κλάδου εκπλήσσει θετικά ακόμα και τους αναλυτές που εξέφραζαν επιφυλάξεις για τη φετινή τουριστική σεζόν.
Ο τουρισμός αντέχει, επομένως, ως «βαριά βιομηχανία» της ελληνικής οικονομίας. Πάει από το καλό στο καλύτερο, κερδίζοντας αγορές και διατηρώντας ανταγωνιστικότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον που παρουσιάζει πολλαπλές αβεβαιότητες. Ωστόσο, η ίδια η επιτυχία του κλάδου γεννά νέες προκλήσεις, που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Η προειδοποίηση της ΤτΕ για τον υπερτουρισμό στην Αθήνα
Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην έκθεση νομισματικής πολιτικής, προειδοποιεί για την άλλη πλευρά του νομίσματος: την πίεση που ασκεί η τουριστική ανάπτυξη στις αστικές υποδομές. Η Αττική καταγράφει περίπου 1,1 άφιξη ανά κάτοικο, επίπεδο που δεν συγκρίνεται ακόμα με τα κρίσιμα νούμερα της Βαρκελώνης, του Άμστερνταμ ή της Βενετίας. Σε αυτές τις ευρωπαϊκές πόλεις, η κατάσταση έχει φτάσει σε σημείο αβίωτο για τους μόνιμους κατοίκους, αφού οι υποδομές έχουν υποχωρήσει μπροστά στον όγκο των επισκεπτών. Η ΤτΕ εκτιμά ότι η Αθήνα βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: δεν έχει ξεφύγει, αλλά η ώρα δράσης είναι τώρα, όχι αύριο.
Η πίεση που ασκείται στις πόλεις δεν έχει ξεφύγει ακόμα, αλλά τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη αν δεν ληφθούν μέτρα, προειδοποιεί η Κεντρική Τράπεζα. Η αύξηση από 31,3 εκατομμύρια σε 36 εκατομμύρια αφίξεις δείχνει την οικονομική δυναμική, αλλά και το ρίσκο κορεσμού που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες — εκεί που η κατάσταση είναι πλέον αβίωτη για τους μόνιμους κατοίκους — λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα για το τι μπορεί να ακολουθήσει αν δεν δράσει κανείς έγκαιρα.
Τι ζητά η ΤτΕ: Επενδύσεις σε έξι τομείς υποδομών
Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν αρκείται σε διαπιστώσεις — προτείνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις για να παραμείνει ο τουρισμός βιώσιμος. Ζητά επενδύσεις σε έξι κρίσιμους τομείς: ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτροδότηση, διαχείριση απορριμμάτων, μεταφορές και χωροταξία. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, ο τουρισμός κινδυνεύει να γυρίσει μπούμερανγκ κατά των ίδιων των πόλεων που τον φιλοξενούν, όπως έχει συμβεί σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η ΤτΕ δεν αμφισβητεί την αξία του τουρισμού ως οικονομικού κλάδου, αλλά τονίζει ότι η βιωσιμότητά του εξαρτάται από το αν οι υποδομές θα ακολουθήσουν την ανάπτυξη των αφίξεων. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στον τουρισμό και τις πόλεις — είναι ανάμεσα στη σχεδιασμένη ανάπτυξη και τον ανεξέλεγκτο κορεσμό.




