Σεισμική δόνηση μεγέθους 3,9 Ρίχτερ κατέγραψε το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στην περιοχή της Κισσάμου Χανίων. Ο σεισμός σημειώθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης προς Τετάρτη. Το επίκεντρο της δόνησης εντοπίστηκε νότια-νοτιοδυτικά της Κισσάμου, σε μικρή απόσταση από την ακτή του νομού Χανίων. Η δόνηση έγινε αισθητή σε μεγάλο μέρος της ευρύτερης περιοχής, χωρίς ωστόσο να καταγραφούν αναφορές για ζημιές.
Η δόνηση και τα πρώτα στοιχεία
Σύμφωνα με την αυτόματη λύση του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, ο σεισμός σημειώθηκε στις 01:18 τα ξημερώματα της Τετάρτης, με το επίκεντρο να εντοπίζεται 9 χιλιόμετρα νότια-νοτιοδυτικά της Κισσάμου Χανίων. Το εστιακό βάθος της δόνησης υπολογίστηκε αρχικά στα 5 χιλιόμετρα, στοιχείο που κατατάσσει τον σεισμό στους σχετικά ρηχούς. Οι ρηχοί σεισμοί, ακόμη και όταν το μέγεθός τους δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, γίνονται συχνά αισθητοί σε ευρύτερη ακτίνα γύρω από το επίκεντρο, κάτι που εξηγεί γιατί η δόνηση έγινε αντιληπτή σε αρκετά σημεία του νομού Χανίων. Η ένταση των 3,9 Ρίχτερ, όπως προέκυψε από την πρώτη αυτόματη καταγραφή, χαρακτηρίζεται ως μέτρια και δεν κρίθηκε ικανή να προκαλέσει σοβαρές υλικές ζημιές στην περιοχή.

Παράλληλα, δεύτερη καταγραφή του ίδιου φαινομένου έδωσε μέγεθος 3,6 Ρίχτερ, εντοπίζοντας το επίκεντρο στο ίδιο ακριβώς σημείο, εννέα χιλιόμετρα νότια-νοτιοδυτικά της Κισσάμου, με το εστιακό βάθος να υπολογίζεται και πάλι στα 5,0 χιλιόμετρα. Οι μικρές αποκλίσεις στο μέγεθος ανάμεσα στις πρώτες καταγραφές αποδίδονται στη φύση της αυτόματης λύσης, η οποία παράγεται άμεσα μετά τη δόνηση και βασίζεται σε προκαταρκτικά δεδομένα από το δίκτυο σεισμογράφων του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου. Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις μεταξύ 3,6 και 3,9 Ρίχτερ θεωρούνται συνηθισμένες στα πρώτα λεπτά μετά από μια σεισμική δόνηση.
Αναθεωρημένα στοιχεία από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο
Λίγες ώρες αργότερα, το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών προχώρησε σε αναθεώρηση της αρχικής εκτίμησης για τον σεισμό της Κισσάμου. Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία, το μέγεθος της δόνησης προσδιορίστηκε τελικά στους 3,8 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ, με το επίκεντρο να παραμένει και πάλι στα εννέα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Κισσάμου Χανίων. Η σημαντικότερη διαφοροποίηση ανάμεσα στην πρώτη και στην αναθεωρημένη εκτίμηση εντοπίζεται στο εστιακό βάθος της δόνησης, το οποίο στη νέα εκτίμηση υπολογίστηκε στα 10,7 χιλιόμετρα, σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τα 5 χιλιόμετρα της πρώτης αυτόματης λύσης.

Η διαδικασία αναθεώρησης αποτελεί συνήθη πρακτική του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, καθώς οι πρώτες αυτόματες λύσεις βασίζονται σε ταχεία επεξεργασία δεδομένων που δίνει άμεσα ένα πρώτο στίγμα του φαινομένου. Στη συνέχεια, οι σεισμολόγοι επεξεργάζονται πληρέστερα τα στοιχεία από περισσότερους σταθμούς καταγραφής, προκειμένου να καταλήξουν σε ακριβέστερο αποτέλεσμα τόσο για το μέγεθος όσο και για το εστιακό βάθος. Το μεγαλύτερο εστιακό βάθος που προέκυψε από την αναθεωρημένη εκτίμηση εξηγεί εν μέρει γιατί η δόνηση, παρά το μέγεθός της, δεν προκάλεσε αναφορές για ζημιές στην περιοχή της Κισσάμου.
Πιθανή περαιτέρω αναθεώρηση
Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών σημειώνει ότι η καταγραφή προέρχεται εν μέρει από αυτόματη λύση και ενδέχεται να υπάρξει νέα αναθεώρηση των στοιχείων του σεισμού της Κισσάμου. Συνολικά, οι διαδοχικές καταγραφές της δόνησης κυμάνθηκαν μεταξύ 3,6 και 3,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, ενώ το εστιακό βάθος προσδιορίστηκε αρχικά στα 5 χιλιόμετρα και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε στα 10,7 χιλιόμετρα. Το επίκεντρο παρέμεινε σταθερό σε όλες τις μετρήσεις, εννέα χιλιόμετρα νότια-νοτιοδυτικά της Κισσάμου, γεγονός που επιβεβαιώνει τον εντοπισμό της περιοχής παρά τις διαφορές στο μέγεθος και στο βάθος.




