Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκιντεόν Σάαρ ξεκίνησε την Τετάρτη περιοδεία σε δύο χώρες της Λατινικής Αμερικής, τον Ισημερινό και την Κολομβία. Η επίσκεψη εντάσσεται στην προσπάθεια του Ισραήλ να ενισχύσει τους δεσμούς του με κυβερνήσεις της δεξιάς στην περιοχή. Ο κ. Σάαρ είναι ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ που επισκέπτεται τον Ισημερινό εδώ και 44 χρόνια. Η περιοδεία στη Λατινική Αμερική έρχεται σε μια περίοδο έντονης διπλωματικής κινητικότητας για το Τελ Αβίβ.
Η περιοδεία στον Ισημερινό και την Κολομβία
Ο κ. Σάαρ πραγματοποίησε πρώτη στάση στο Κίτο, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο του Ισημερινού, Ντάνιελ Νομπόα. Μέσω ανάρτησής του, ο ισραηλινός υπουργός ευχαρίστησε τον κ. Νομπόα για την πρόσκληση και για την «εξαιρετική συνάντηση» που είχαν στην πρωτεύουσα της χώρας. Η επόμενη στάση του ταξιδιού είναι η Κολομβία, όπου ο κ. Σάαρ αναμένεται να παραστεί αύριο Πέμπτη στην τελετή ορκωμοσίας του νεοεκλεγέντος προέδρου της χώρας, Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια, ο οποίος κατατάσσεται στη λεγόμενη σκληρή δεξιά. Πριν από την περιοδεία, ο ισραηλινός υπουργός είχε συνομιλήσει και με τη νέα πρόεδρο του Περού, Κέικο Φουχιμόρι, η οποία επίσης εκπροσωπεί τη δεξιά παράταξη της χώρας της.
Η στρατηγική του Ισραήλ φαίνεται να επικεντρώνεται σε κράτη όπου έχουν αναδειχθεί δεξιές ή ακροδεξιές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αργεντινή του προέδρου Χαβιέρ Μιλέι, ο οποίος θεωρείται στενός σύμμαχος του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και έχει δεσμευτεί να μεταφέρει την πρεσβεία της χώρας του στην Ιερουσαλήμ. Ανάλογη πρόθεση έχει εκφράσει και ο εκλεγμένος πρόεδρος της Κολομβίας, σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει ανακοινώσει σχέδια μεταφοράς της κολομβιανής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Μέχρι σήμερα, μόνο οι ΗΠΑ και λίγοι ακόμη σύμμαχοί τους έχουν προχωρήσει σε αντίστοιχη κίνηση.

Δηλώσεις και το πλαίσιο των σχέσεων με τη Λατινική Αμερική
Ο ίδιος ο κ. Σάαρ σχολίασε με ικανοποίηση την πρόοδο της ισραηλινής διπλωματίας στην περιοχή. «Χάρη σε αποφασιστικές και συστηματικές διπλωματικές προσπάθειες, καταφέραμε να ενισχύσουμε και να ανανεώσουμε τις σχέσεις του Ισραήλ με πολλές χώρες σε όλη τη Λατινική Αμερική», δήλωσε ο ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών. Η δήλωση αυτή αντικατοπτρίζει τη νέα προσέγγιση του Τελ Αβίβ, το οποίο επιδιώκει να χτίσει ισχυρότερους δεσμούς με κυβερνήσεις που μοιράζονται παρόμοιο πολιτικό προσανατολισμό.
Η υπόθεση της Κολομβίας έχει ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς ο απερχόμενος πρόεδρος της χώρας, ο σοσιαλδημοκράτης Γουστάβο Πέτρο, είχε διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ το 2024, ως αντίδραση στον πόλεμο στη Λωρίδα της Γάζας. Η εκλογή νέου προέδρου με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό φαίνεται να ανοίγει ξανά τον δρόμο για επανεκκίνηση των σχέσεων. Παράλληλα, στο ζήτημα της Ιερουσαλήμ, υπενθυμίζεται ότι το Ισραήλ κατέλαβε το ανατολικό τμήμα της πόλης το 1967 και στη συνέχεια προχώρησε σε προσάρτησή του, ανακηρύσσοντάς τη συνολικά ως πρωτεύουσά του. Η διεθνής κοινότητα δεν έχει αναγνωρίσει ποτέ αυτή την προσάρτηση και εξακολουθεί να θεωρεί την ανατολική Ιερουσαλήμ κατεχόμενο έδαφος.
Στην περίπτωση της Αργεντινής, η μεταφορά της πρεσβείας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις του κ. Μιλέι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ισραηλινού Τύπου, εμπόδιο αποτελεί μια διμερής διένεξη που σχετίζεται με σχέδια ισραηλινής εταιρείας για εξερεύνηση κοιτασμάτων πετρελαίου στα Φόκλαντς, νησιά τα οποία η Αργεντινή διεκδικεί από τη Βρετανία με την ονομασία Μαλβίνες. Η ισραηλινή κυβέρνηση εμφανίζεται να καταγράφει αυτές τις κινήσεις στη Λατινική Αμερική ως διπλωματικές επιτυχίες, τη στιγμή που παραμένει αντιμέτωπη με έντονη διεθνή κριτική για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στη Γάζα από τον Οκτώβριο του 2023.
Τι ακολουθεί στην περιοδεία
Η συνέχεια του ταξιδιού του κ. Σάαρ περιλαμβάνει την παρουσία του στην τελετή ορκωμοσίας στην Κολομβία, η οποία έχει προγραμματιστεί για αύριο. Η ισραηλινή διπλωματία φαίνεται αποφασισμένη να συνεχίσει την προσέγγισή της προς κυβερνήσεις της δεξιάς στη Λατινική Αμερική, με στόχο τη σταδιακή ενίσχυση των διμερών σχέσεων και, ενδεχομένως, νέες κινήσεις σχετικά με τη μεταφορά πρεσβειών στην Ιερουσαλήμ από χώρες της περιοχής.




