Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει και πάλι την πίεση προς το Ιράν, προαναγγέλλοντας ένα νέο κύμα πρωτοφανών κυρώσεων στο Ιράν που θα επεκταθεί και σε κάθε χώρα που συνεχίζει να διατηρεί εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη. Σε ανάρτησή του, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την επόμενη φάση των μέτρων ως «οικονομική D-Day», κάνοντας λόγο για τη μεγαλύτερη οικονομική επιχείρηση που έχει επιβληθεί ποτέ εναντίον χώρας. Σύμφωνα με το Reuters, στο στόχαστρο της Ουάσινγκτον βρίσκονται πλέον εννέα χώρες που διατηρούν σημαντικούς εμπορικούς δεσμούς με το Ιράν, με την Κίνα, την Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στην κορυφή της λίστας. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι έδωσε στην Τεχεράνη την ευκαιρία να καταλήξει σε συμφωνία με τις ΗΠΑ, ευκαιρία που ωστόσο δεν αξιοποιήθηκε.
Η «οικονομική D-Day» και το ευρύτερο μέτωπο κυρώσεων
Η νέα αμερικανική εκστρατεία δεν περιορίζεται στο ίδιο το Ιράν, αλλά ανοίγει ένα ευρύτερο μέτωπο με χώρες και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη. Ο Τραμπ προειδοποίησε για «τεράστιες οικονομικές συνέπειες» σε βάρος όσων προσφέρουν οικονομική ή εμπορική στήριξη στο ιρανικό καθεστώς, στοχεύοντας κυρίως στον περιορισμό των εξαγωγών πετρελαίου και των εσόδων της ιρανικής οικονομίας. Η στρατηγική αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει σε υψηλή ένταση, με τα ζητήματα της ενέργειας και της ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο να κυριαρχούν στην ατζέντα του Λευκού Οίκου. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την αμερικανική πλευρά παραμένει το Πεκίνο, καθώς μια απευθείας σύγκρουση με την Κίνα ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει την κρίση του Ιράν σε νέα εστία αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις.

Κίνα, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Τουρκία στο επίκεντρο
Η Κίνα αποτελεί μακράν τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, απορροφώντας πάνω από το 80% των ιρανικών εξαγωγών. Οι εισαγωγές της ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 1,38 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2025, μέσω δικτύου ανεξάρτητων διυλιστηρίων με περιορισμένη έκθεση στην αμερικανική αγορά, ενώ οι συναλλαγές γίνονται συχνά σε κινεζικό νόμισμα μέσω σύνθετων εμπορικών δικτύων. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικό διυλιστήριο και έχουν προειδοποιήσει κινεζικές τράπεζες για ενδεχόμενα δευτερογενή μέτρα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούσαν επί χρόνια κρίσιμο οικονομικό δίαυλο για την Τεχεράνη, με το 2024 να αντιστοιχεί σε περίπου 30% των ιρανικών εισαγωγών, συνολικής αξίας 21 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, τα ΗΑΕ ανέστειλαν αυτή την εβδομάδα τις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συναλλαγές με το Ιράν, επικαλούμενα τη στρατιωτική κλιμάκωση και τον κίνδυνο πυραυλικών επιθέσεων. Η Τουρκία, από την πλευρά της, εισάγει ιρανικό φυσικό αέριο που καλύπτει περίπου το 13% των συνολικών ενεργειακών της αναγκών, ενώ εξάγει προς την Τεχεράνη βιομηχανικά και μεταποιημένα προϊόντα. Το διμερές εμπόριο κινείται στα 5 με 6 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με τις τουρκικές εξαγωγές να φτάνουν τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια.
Αντιδράσεις και το ζήτημα της ενεργειακής εξάρτησης
Η Άγκυρα, παρά την πίεση από την Ουάσινγκτον, δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής πρόθεση να περιορίσει τις εμπορικές της σχέσεις με το Ιράν, κυρίως λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης από το ιρανικό φυσικό αέριο. Η αναστολή των συναλλαγών από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θεωρείται ένδειξη της βαρύτητας που αποδίδουν οι χώρες του Κόλπου στην τρέχουσα στρατιωτική κλιμάκωση, καθώς το ενδεχόμενο πυραυλικών επιθέσεων έχει αλλάξει τους υπολογισμούς ασφαλείας στην περιοχή. Παράλληλα, η εμπλοκή της Κίνας διατηρεί ανοιχτό ένα ευαίσθητο διπλωματικό μέτωπο, καθώς η Ουάσινγκτον καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη περιορισμού των ιρανικών εσόδων από πετρέλαιο και στην αποφυγή μιας ευρύτερης οικονομικής ρήξης με το Πεκίνο. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ θα μετουσιωθούν σε συγκεκριμένα μέτρα κατά κινεζικών, τουρκικών ή άλλων επιχειρήσεων και τραπεζών που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.




