Το χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά στην ιστορία το ψυχολογικό όριο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών την Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026. Η εξέλιξη προκάλεσε νέο κύμα προειδοποιήσεων για επικείμενη δημοσιονομική κρίση στην Ουάσινγκτον, καθώς οι δαπάνες για κοινωνικά προγράμματα και τόκους αυξάνονται με ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από τα φορολογικά έσοδα. Το ορόσημο αυτό έρχεται μόλις πέντε μήνες μετά την υπέρβαση των 39 τρισεκατομμυρίων δολαρίων τον περασμένο Μάρτιο.
Διαβάστε επίσης: Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια
Το χρέος διπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία
Σύμφωνα με την ημερήσια κατάσταση ταμειακών διαθεσίμων και χρέους του υπουργείου Οικονομικών, το συνολικό δημόσιο χρέος ανήλθε στα 40,047 τρισεκατομμύρια δολάρια την Τρίτη 18 Αυγούστου. Από αυτά, τα 32,266 τρισεκατομμύρια δολάρια αφορούν κρατικά ομόλογα που διακρατούνται από το επενδυτικό κοινό, ενώ τα υπόλοιπα 7,782 τρισεκατομμύρια δολάρια αντιστοιχούν σε ενδοκυβερνητικό χρέος. Το ομοσπονδιακό χρέος έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, από τα 19,95 τρισεκατομμύρια δολάρια που κατέγραφε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ορκίστηκε πρόεδρος για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2017.

Περίπου το ένα τρίτο αυτής της αύξησης σημειώθηκε κατά τη διάρκεια δύο ετών εντατικού κρατικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της αντιμετώπισης της πανδημίας Covid-19, τόσο επί Τραμπ όσο και επί του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν. Το υπόλοιπο αποδίδεται στις δημοσιονομικές επιλογές και των δύο προέδρων, σε συνδυασμό με μακροχρόνιες ανισορροπίες μεταξύ φορολογικών εσόδων και κρατικών δαπανών. Σήμερα το ετήσιο εισόδημα της αμερικανικής κυβέρνησης διαμορφώνεται στα 4,49 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τα έξοδα φτάνουν τα 6,28 τρισεκατομμύρια δολάρια, με το ετήσιο έλλειμμα να αγγίζει τα 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Η αύξηση του χρέους δεν είναι σταθερή αλλά επιταχύνεται. Το όριο των 39 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ξεπεράστηκε τον Μάρτιο, ενώ αντίστοιχο χρονικό διάστημα είχε χρειαστεί για να ανέβει το χρέος από τα 38 στα 39 τρισεκατομμύρια, τον περασμένο Οκτώβριο. Οι αμυντικές δαπάνες, τα προγράμματα όπως η Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare, καθώς και οι διαρκώς αυξανόμενες πληρωμές τόκων απορροφούν πλέον σημαντικό μέρος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.

Ανησυχία στις αγορές και προειδοποιήσεις οικονομολόγων
Η Μάργκαρετ Σπέλινγκς, διευθύνουσα σύμβουλος του Bipartisan Policy Center, χαρακτήρισε το ορόσημο «ζοφερό» και τόνισε ότι είναι καιρός να αντιμετωπιστεί μια θεμελιώδης αναντιστοιχία μεταξύ εσόδων και δαπανών. Όπως ανέφερε, τα ομοσπονδιακά προγράμματα δαπανούν πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει η κυβέρνηση, ενώ τα μεγαλύτερα κονδύλια του προϋπολογισμού λειτουργούν αυτόματα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Παράλληλα, η Μάγια ΜακΓκίνις, πρόεδρος της Επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό, σημείωσε ότι το χρέος δεν παραμένει μόνο λογιστικό μέγεθος, αλλά γίνεται αισθητό σε ολόκληρη την οικονομία και καταλήγει στα πορτοφόλια των πολιτών.
Οι διεθνείς αγορές έδειξαν ήδη σημάδια ανησυχίας. Δημοπρασία 30ετών ομολόγων ύψους 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων σημείωσε την υψηλότερη απόδοση από το 2021, ενώ οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων έφτασαν στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν δύο δεκαετιών. Η ζήτηση για αμερικανικό χρέος από ξένους επενδυτές, οι οποίοι κατέχουν περίπου το ένα τρίτο των ομολόγων, έχει μειωθεί το τελευταίο έτος, όπως επισήμανε ο Τζον Κάναβαν της Oxford Economics. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε την Τετάρτη διπλασιασμό του μεγέθους των επαναγορών ομολόγων 10 έως 30 ετών, τουλάχιστον στα 4 δισεκατομμύρια δολάρια ανά πράξη, σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι αποδόσεις.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κους Ντεσάι, υποστήριξε ότι η διοίκηση Τραμπ επικεντρώνεται στον περιορισμό της σπατάλης και της κατάχρησης στις ομοσπονδιακές δαπάνες, με στόχο την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης και τη βελτίωση της σχέσης χρέους προς ΑΕΠ. Οικονομολόγοι προειδοποιούν πάντως ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα στεγαστικά δάνεια και τη χρηματοδότηση αυτοκινήτων, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις.
Στο επίκεντρο το νέο όριο χρέους
Το επόμενο μεγάλο ζήτημα που αναμένεται να απασχολήσει το Κογκρέσο είναι το λεγόμενο «όριο χρέους», δηλαδή το ανώτατο επίπεδο δανεισμού που επιτρέπεται από τον νόμο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bipartisan Policy Center, οι ΗΠΑ αναμένεται να προσεγγίσουν το όριο των 41,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων κάποια στιγμή μεταξύ των τελών του χειμώνα και των μέσων του καλοκαιριού του 2027. Αυτό σημαίνει ότι οι νομοθέτες θα κληθούν εκ νέου να αποφασίσουν αν θα αυξήσουν, θα αναστείλουν ή θα καταργήσουν το όριο, σε μια διαδικασία που τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ουάσινγκτον.





