Η Wall Street καταρρέει με φόντο το Ιράν και τα ομόλογα
Οικονομία

Η Wall Street καταρρέει με φόντο το Ιράν και τα ομόλογα

21 Αυγούστου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Νέα πτώση στη Wall Street καταγράφηκε την Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026, καθώς οι επενδυτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν συνδυασμό αρνητικών ειδήσεων. Η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, σε συνδυασμό με την επιστροφή των πιέσεων στην αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οδήγησε τους τρεις βασικούς δείκτες σε σημαντικές απώλειες. Παράλληλα, η τιμή του πετρελαίου εκτινάχθηκε, αντανακλώντας τους φόβους των αγορών για μια ευρύτερη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή.

Διαβάστε επίσης: Οι τιμές καυσίμων εκτοξεύονται λόγω της Μέσης Ανατολής

Βουτιά για Dow Jones, S&P 500 και Nasdaq

Ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχώρησε κατά 1,32%, υποχωρώντας κάτω από το ψυχολογικό όριο των 53.000 μονάδων και κλείνοντας στις 52.759,21 μονάδες, με απώλειες που ξεπέρασαν τις 700 μονάδες. Ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 έκλεισε στο -0,87%, στις 7.641,16 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq σημείωσε πτώση της τάξης του 1,00%, τερματίζοντας στις 26.067,81 μονάδες. Στις πιέσεις που δέχθηκε η αγορά συνέβαλαν και τα απογοητευτικά οικονομικά αποτελέσματα της Walmart, τα οποία παρέσυραν προς τα κάτω όχι μόνο τη μετοχή του ομίλου λιανικής αλλά και άλλες εταιρείες του κλάδου, αντανακλώντας ανησυχίες για επιβράδυνση της κατανάλωσης στις ΗΠΑ.

Καθοριστικό ρόλο στο αρνητικό κλίμα έπαιξε και η αγορά ομολόγων. Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου παρέμεινε πάνω από το 5%, φτάνοντας στο 5,248%, κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, ενώ η απόδοση του 10ετούς ενισχύθηκε στο 4,702%. Ταυτόχρονα, η τιμή του πετρελαίου τύπου Brent εκτινάχθηκε ενδοσυνεδριακά πάνω από τα 94 δολάρια το βαρέλι, για να κλείσει τελικά στα 93,188 δολάρια, με άνοδο 1,66%. Την ανοδική κίνηση του πετρελαίου προκάλεσε η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προανήγγειλε ότι θα εξαπολύσει «την πιο συντριπτική επιχείρηση οικονομικού πολέμου που διεξήχθη ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας» κατά του Ιράν, μιλώντας για οικονομικό πόλεμο και απομόνωση άνευ προηγουμένου.

Δείκτες πτώσης στη Wall Street με φόντο πόλεμο Ιράν

Οι κινήσεις Μπέσεντ και οι ανησυχίες για το χρέος

Η αμερικανική κυβέρνηση είχε προσπαθήσει την Τετάρτη να ανακόψει την πτώση των ομολόγων. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε ότι το υπουργείο θα αυξήσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων σε τουλάχιστον 4 δισεκατομμύρια δολάρια ανά πράξη, από 2 δισεκατομμύρια προηγουμένως. Η κίνηση αυτή προκάλεσε αρχικά ισχυρές αγορές ομολόγων και πτώση των αποδόσεων, ωστόσο η ανακούφιση αποδείχθηκε βραχύβια. Την Πέμπτη οι επενδυτές επέστρεψαν στις πωλήσεις, «σβήνοντας» ουσιαστικά το θετικό αποτέλεσμα της παρέμβασης μέσα σε μία μόλις συνεδρίαση.

Ο Μπέσεντ επιχείρησε νέα παρέμβαση, δηλώνοντας σε συνέντευξή του στο CNBC ότι το υπουργείο διαθέτει «μεγάλη εργαλειοθήκη» και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι επαναγορές να ξεπεράσουν τα 4 δισ. δολάρια. Ωστόσο, ούτε αυτή η δήλωση κατάφερε να αναστρέψει το κλίμα. Ο αναλυτής Ματ Μάλεϊ, της Miller Tabak + Co., σχολίασε ότι οι επενδυτές έμοιαζαν να ελπίζουν πως οι δηλώσεις του υπουργού θα βοηθούσαν να επανέλθει η πτώση των αποδόσεων που είχε καταγραφεί την προηγούμενη ημέρα, κάτι που τελικά δεν συνέβη λόγω της περαιτέρω ανόδου του πετρελαίου. Πρόσθετη πίεση στην αγορά ομολόγων άσκησε και η είδηση ότι το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, αναζωπυρώνοντας τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας. Οι μακροπρόθεσμοι αμερικανικοί τίτλοι βρίσκονταν υπό πίεση ήδη από την απόφαση της Federal Reserve για τα επιτόκια τον περασμένο Ιούλιο, με την άνοδο του πετρελαίου να ενισχύει επιπλέον τους φόβους για πληθωρισμό.

Τι ακολουθεί

Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ φαίνεται αποφασισμένο να συνεχίσει τις παρεμβάσεις του στην αγορά ομολόγων, με τον Σκοτ Μπέσεντ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των επαναγορών πέραν των 4 δισ. δολάρων ανά πράξη. Παράλληλα, η πορεία της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν αναμένεται να συνεχίσει να καθορίζει την τιμή του πετρελαίου και, κατ’ επέκταση, τη διάθεση των επενδυτών στη Wall Street τις επόμενες συνεδριάσεις.

Σχετικά άρθρα