Ιδιαίτερη ανθεκτικότητα επιδεικνύουν τα ελληνικά ομόλογα απέναντι στο παγκόσμιο «ξεπούλημα» που έχει εκδηλωθεί στις διεθνείς αγορές χρέους από τις αρχές του 2026. Παρά τις πιέσεις που δέχεται η Ευρωζώνη, οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων παραμένουν σε ελεγχόμενα επίπεδα, με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής να αποδίδει την εικόνα αυτή στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στη συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Τα spreads έναντι αντίστοιχων τίτλων της περιφέρειας, όπως τα ιταλικά, παραμένουν συγκρίσιμα ή και ελαφρώς ευνοϊκότερα. Η θετική αυτή πορεία συμπίπτει με νέο κύκλο αξιολογήσεων από τους διεθνείς οίκους, που ξεκινά τον Σεπτέμβριο.
Σταθερές αποδόσεις για τα ελληνικά ομόλογα παρά το διεθνές «ξεπούλημα»
Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου δεν έχει ξεπεράσει το 4% από την αρχή της διεθνούς κρίσης, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα γαλλικά και ιταλικά ομόλογα που κατέγραψαν εντονότερη άνοδο. Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινώθηκαν από τις αρχές του 2026, κυρίως λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και των πληθωριστικών πιέσεων από την άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Οι αγορές αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό και τα βασικά επιτόκια, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ομολόγων και μετοχών. Ωστόσο, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα κινήθηκαν συγκριτικά καλύτερα, καθώς οι αποδόσεις τους ακολούθησαν την ανοδική πορεία των ευρωπαϊκών τίτλων χωρίς να εμφανίσουν αντίστοιχη επιδείνωση.

Το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου παραμένει πλέον σταθερά χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, είναι χαμηλότερο κατά 13 μονάδες βάσης (0,13% ετησίως) σε σχέση με την Ιταλία και κατά 17 μονάδες βάσης (0,17% ετησίως) σε σχέση με τη Γαλλία. Το χαμηλότερο αυτό κόστος ωφελεί τόσο το ελληνικό Δημόσιο όσο και τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν πλέον να χρηματοδοτούνται με ευνοϊκότερους όρους έναντι των ανταγωνιστών τους στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος κατέγραψαν έντονο διεθνές ενδιαφέρον για τους ελληνικούς τίτλους, με τις τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια να αυξάνονται κατά 9,1 δισ. ευρώ.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού εντοπίζει τα «κλειδιά» της ανθεκτικότητας
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του χρέους, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, αποτελούν τα βασικά «κλειδιά» για το χαμηλό κόστος δανεισμού και την ανθεκτικότητα της ελληνικής αγοράς ομολόγων απέναντι στις διεθνείς κρίσεις. Οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, μαζί με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, έχουν ενισχύσει το επενδυτικό ενδιαφέρον για τους ελληνικούς τίτλους. Οι θετικές εξελίξεις στις αξιολογήσεις του ελληνικού αξιόχρεου έχουν επηρεάσει ευνοϊκά και τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του τραπεζικού τομέα, μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης των ελληνικών συστημικών τραπεζών και διευκολύνοντας την πρόσβασή τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Όλοι οι βασικοί διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν πλέον κατατάξει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα. Οι οίκοι S&P, Fitch, Morningstar DBRS και Scope Ratings αξιολογούν το ελληνικό αξιόχρεο στην κατηγορία BBB, ενώ η Moody’s το τοποθετεί στη βαθμίδα Baa3, που αντιστοιχεί επίσης σε επενδυτική κατηγορία. Οι προοπτικές για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας παραμένουν θετικές, παρότι το διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργεί μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το επόμενο διάστημα.
Τι ακολουθεί: νέες αξιολογήσεις και πρόωρες αποπληρωμές
Μέσα στους επόμενους μήνες τόσο η ελληνική οικονομία όσο και τα ελληνικά ομόλογα θα βρεθούν στο επίκεντρο νέου γύρου αξιολογήσεων. Τον Σεπτέμβριο αναμένονται οι αξιολογήσεις από τους οίκους DBRS, Moody’s και Scope, τον Οκτώβριο ακολουθεί η Standard & Poor’s και τον Νοέμβριο η Fitch. Παράλληλα, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προχωρά σε επιτάχυνση της μείωσης του δημόσιου χρέους μέσω πρόωρων αποπληρωμών, με το συνολικό ποσό για το 2026 να αναμένεται να φτάσει περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ. Το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους διαμορφώνεται στο 2,9%, με μέση σταθμική διάρκεια 7,1 έτη. Οι πρόωρες αποπληρωμές εκτιμάται ότι θα μειώσουν τις δαπάνες για τόκους κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως, με το συνολικό όφελος σε βάθος επταετίας να υπολογίζεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.




