Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ έχει αρχίσει να θέτει σαφή όρια στον τρόπο με τον οποίο οι φορολογούμενοι δηλώνουν ποσά που προέρχονται από κρυπτονομίσματα. Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική φορολογική νομοθεσία δεν έχει διαμορφώσει ακόμη ένα πλήρες και ξεκάθαρο καθεστώς για τη φορολόγηση των κερδών από crypto, κάτι που δημιουργεί σοβαρή ασάφεια για όσους επενδύουν σε αυτά. Το κενό αυτό αναδείχθηκε πρόσφατα μέσα από μια υπόθεση που έφτασε στη ΔΕΔ και αφορούσε ποσό 620.323 ευρώ, το οποίο προέκυψε από μεταβίβαση bitcoin.
Ο φορολογούμενος επιχείρησε να καταχωρίσει το συγκεκριμένο ποσό στον κωδικό 659 της φορολογικής δήλωσης, δηλαδή εκεί όπου συνήθως δηλώνονται έσοδα που απαλλάσσονται φόρου ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο. Ωστόσο, η ΔΕΔ δεν αποδέχθηκε αυτή την αντιμετώπιση, κρίνοντας ότι τα έσοδα από τη μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων δεν εμπίπτουν ρητά σε καμία τέτοια ειδική κατηγορία. Το παράδοξο, όπως επισημαίνεται, είναι ότι το ελληνικό κράτος έχει αρχίσει να χτίζει ένα πολύ πυκνότερο δίκτυο πληροφόρησης γύρω από τις συναλλαγές σε crypto, χωρίς όμως να έχει ξεκαθαρίσει τη φορολογική τους ταυτότητα σε βασικές περιπτώσεις.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους επενδυτές
Η απόφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν τα χρήματα από crypto χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τεκμηρίων διαβίωσης ή απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Αν κάποιος ρευστοποιήσει bitcoin και στη συνέχεια χρησιμοποιήσει τα έσοδα για να αγοράσει ακίνητο ή αυτοκίνητο, δεν αρκεί απλώς να αποδείξει ότι το ποσό μπήκε στον τραπεζικό του λογαριασμό. Θα πρέπει να είναι σε θέση να τεκμηριώσει την πλήρη διαδρομή του κεφαλαίου του, δηλαδή από πού προήλθαν αρχικά τα χρήματα, πότε πραγματοποιήθηκαν οι αγορές κρυπτονομισμάτων, σε ποια τιμή αποκτήθηκαν και ποιο ακριβώς μέρος του τελικού ποσού αντιστοιχεί σε πραγματικό κέρδος. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ΔΕΔ κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς και σε προηγούμενες υποθέσεις είχε ζητήσει πλήρη εικόνα της χρηματικής διαδρομής, καθώς και επαρκή στοιχεία για το κόστος κτήσης και τη ρευστοποίηση των κρυπτονομισμάτων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός επενδυτή που αγοράζει κρυπτονομίσματα με 50.000 ευρώ και αργότερα τα πουλά έναντι 80.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, το σύνολο των 80.000 ευρώ δεν αποτελεί κέρδος, αφού το πραγματικό οικονομικό όφελος είναι μόνο η διαφορά των 30.000 ευρώ. Για να μπορεί όμως αυτή η υπεραξία να στηριχθεί φορολογικά, απαιτείται πλήρης τεκμηρίωση του αρχικού κόστους κτήσης, αλλά και ολόκληρης της αλυσίδας των συναλλαγών. Αποτέλεσμα αυτής της τάσης είναι πως όσοι διατηρούν σημαντικές θέσεις σε crypto οφείλουν πλέον να κρατούν πλήρες αρχείο των συναλλαγών τους, ακόμη και για κινήσεις που έγιναν πριν από αρκετά χρόνια σε ξένες πλατφόρμες ή προσωπικά wallets.
Το νομοθετικό κενό που παραμένει ανοιχτό
Ο ισχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος προβλέπει φορολόγηση της υπεραξίας για συγκεκριμένες κατηγορίες τίτλων και επενδυτικών προϊόντων, όμως τα κρυπτονομίσματα δεν έχουν ενταχθεί ακόμη με σαφήνεια σε αντίστοιχο καθεστώς. Για τον λόγο αυτό, δεν υφίσταται προς το παρόν ένας απλός και γενικός κανόνας που να ορίζει ότι κάθε ιδιώτης ο οποίος αγοράζει bitcoin σε μία τιμή και το μεταπωλεί ακριβότερα φορολογείται αυτομάτως με συγκεκριμένο συντελεστή επί της διαφοράς. Παράλληλα, το βασικό νομοθετικό βήμα που εκκρεμεί αφορά τον προσδιορισμό του πότε το αποτέλεσμα μιας συναλλαγής σε κρυπτονομίσματα θεωρείται επενδυτική υπεραξία και πότε η συχνότητα και ο χαρακτήρας των συναλλαγών παραπέμπουν σε κάτι διαφορετικό. Μέχρι να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο αυτό, οι κάτοχοι κρυπτονομισμάτων στην Ελλάδα καλούνται να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή, διατηρώντας λεπτομερή στοιχεία κάθε συναλλαγής τους.




