Η τιμή πετρελαίου επέστρεψε σε ανοδική πορεία την Τρίτη 25 Αυγούστου 2026, με το αργό τύπου Brent να πλησιάζει ξανά τα 93 δολάρια το βαρέλι. Η κίνηση έρχεται μετά τη «διόρθωση» της προηγούμενης συνεδρίασης και καθώς οι επενδυτές αξιολογούν την κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης που ασκούν οι ΗΠΑ στο Ιράν. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προειδοποιεί πως στο στόχαστρο των νέων κυρώσεων μπαίνουν και εμπορικοί εταίροι της Τεχεράνης, με την Κίνα να μην εξαιρείται. Η αβεβαιότητα για την πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή κρατά αμετάβλητο το ενδιαφέρον των αγορών ενέργειας.
Διαβάστε επίσης: Οι τιμές πετρελαίου υποχωρούν μετά τις κυρώσεις στο Ιράν
Ανοδική πορεία στην τιμή πετρελαίου
Στις συναλλαγές της Τρίτης, το Brent ενισχύθηκε προς τα 93 δολάρια ανά βαρέλι, περιορίζοντας τις απώλειες της προηγούμενης συνεδρίασης. Το αμερικανικού τύπου αργό WTI κέρδισε έδαφος πάνω από τα 85 δολάρια. Νωρίτερα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το Brent είχαν υποχωρήσει κατά 9 σεντς, στα 92,16 δολάρια το βαρέλι, ενώ το WTI ενισχυόταν οριακά κατά ένα σεντ, στα 85,02 δολάρια, σε μια εικόνα σχεδόν αμετάβλητη μετά την πτώση άνω του 2% της Δευτέρας. Εκείνη τη συνεδρίαση, το WTI είχε υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο επτά ημερών, καθώς οι επενδυτές προχώρησαν σε κατοχύρωση κερδών μετά το ράλι των δύο προηγούμενων εβδομάδων. Η άνοδος στην τιμή πετρελαίου συνδέεται άμεσα με την κλιμάκωση της αμερικανικής στρατηγικής κατά της Τεχεράνης.
Οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές ροές στη Μέση Ανατολή παραμένουν αυξημένοι. Το Ναυτικό του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε πως ένα πετρελαιοφόρο χτυπήθηκε και ακινητοποιήθηκε κοντά στο Ομάν, ενώ οι μαχητές Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, δήλωσαν ότι πυροβόλησαν εναντίον σαουδαραβικού υπερδεξαμενόπλοιου που έπλεε στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι αγορές παραμένουν αβέβαιες για το αν τα αμερικανικά μέτρα θα επιταχύνουν ή θα καθυστερήσουν μια πιθανή επίλυση της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν, καθώς και το πλήρες άνοιγμα του Πορθμού του Ορμούζ, κρίσιμου σημείου διέλευσης για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Έτσι, οι τιμές πετρελαίου παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητες σε κάθε νέα εξέλιξη από την περιοχή.

Το τελεσίγραφο Μπέσεντ και η απάντηση της Τεχεράνης
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε σχέδια για την πλήρη απομόνωση του Ιράν μέσω νέας ομοβροντίας «δευτερογενών» κυρώσεων, που θα πλήξουν όχι μόνο την Τεχεράνη αλλά και τους εμπορικούς της εταίρους. Τα μέτρα αφορούν τον χρυσό, την τεχνολογία, τους ψηφιακούς πόρους, την αεροπορία και τις θαλάσσιες μεταφορές, χωρίς ωστόσο ο κ. Μπέσεντ να διευκρινίσει πότε θα τεθούν σε ισχύ ή ποιες χώρες κινδυνεύουν να μπουν στο στόχαστρο. «Το Ιράν έχει μπροστά του πολύ ξεκάθαρη επιλογή, ανάμεσα σε δύο πιθανούς δρόμους: την πλήρη απομόνωση ή την επιστροφή προς την ομαλότητα και την πιθανότητα επανένταξης στην παγκόσμια οικονομία», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός.
Ο κ. Μπέσεντ απηύθυνε προειδοποίηση και προς τον υπόλοιπο κόσμο, τονίζοντας πως όσες χώρες δεν συμμετέχουν στα αμερικανικά μέτρα είτε θα συνεισφέρουν στην απομόνωση του Ιράν είτε θα υποστούν οι ίδιες κυρώσεις, ακόμη και έξωση από το «σύστημα του δολαρίου». «Θα αποδώσουμε στον καθένα τις ευθύνες του, κανένας δεν πρέπει να δοκιμάσει τη θέλησή μας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε πως στα έθνη που συνεργάζονται με την Τεχεράνη θα δοθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να διακόψουν τους δεσμούς τους, ώστε να αποφύγουν μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις. Από την πλευρά της, η Κίνα, μεγάλος καταναλωτής ιρανικού πετρελαίου, εκτίμησε πως «οι κυρώσεις και η πίεση» της Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψουν την επίλυση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Στην ιρανική κρατική τηλεόραση, ο υπουργός Οικονομίας Αλί Μαντανιζαντέχ υποστήριξε ότι οι αμερικανικές απειλές δεν θα μεταφραστούν παρά σε «νέα ήττα» για την Ουάσιγκτον, προσθέτοντας πως η Τεχεράνη έχει ήδη ετοιμάσει ένα «διετές σχέδιο» αντιμετώπισης των κυρώσεων. Οι δηλώσεις έρχονται καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου, που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, παραμένουν σε αδιέξοδο. Ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν αποκλείει νέα στρατιωτική δράση, τονίζοντας πως «σε καμία περίπτωση δεν αποκλείουμε το ενδεχόμενο επιθέσεων οπουδήποτε στα Στενά του Ορμούζ ή γύρω από το Ιράν», καθώς η Τεχεράνη δεν μπορεί, κατά τον ίδιο, να αντέξει την οικονομική πίεση που θα της ασκηθεί.
Ευρύτερος αντίκτυπος στις αγορές
Η κλιμάκωση της αμερικανικής πίεσης δεν περιορίζεται στο Ιράν. Ο κ. Μπέσεντ έχει εκφράσει επίσης την πρόθεση να συνεχίσει να διοχετεύει μεγάλα ποσά για την επαναγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, ωστόσο το αμερικανικό δολάριο παραμένει κοντά σε πολυετή χαμηλά. Στο ίδιο διάστημα, η ανακοίνωση του προέδρου Τραμπ για επιβολή δασμών 50% από την 1η Ιανουαρίου 2027 σε καναδικά αυτοκίνητα, εξαρτήματα, φορτηγά και χάλυβα έπληξε το καναδικό δολάριο, το οποίο υποχώρησε 0,5% στα 1,3840 ως προς το αμερικανικό νόμισμα, μετά την κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών ΗΠΑ – Καναδά. Ο Καναδάς έχει απειλήσει με αντίμετρα, συμπεριλαμβανομένης αντίστοιχης επιβολής δασμών 50% σε αμερικανικά προϊόντα. Στο επίκεντρο του οικονομικού ημερολογίου βρίσκεται πλέον η ομιλία του προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, στο Συμπόσιο του Τζάκσον Χόουλ την Παρασκευή, από την οποία οι αγορές αναμένουν ενδείξεις για την πορεία της νομισματικής πολιτικής, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη.




