Ο Νίκολας Νεγροπόντε, συνιδρυτής του MIT Media Lab, περιέγραφε ήδη από τη δεκαετία του ’90 έναν κόσμο όπου οι ειδήσεις θα επιλέγονται από αλγόριθμους και η πληροφορία θα φτάνει προσωποποιημένη σε κάθε χρήστη. Ο Ελληνοαμερικανός καθηγητής φαντάστηκε μια ψηφιακή εφημερίδα που δεν θα ήταν ίδια για όλους τους αναγνώστες, αλλά θα συναρμολογείται από λογισμικό ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του καθενός. Το όραμα αυτό το ονόμασε «Daily Me» και τρεις δεκαετίες αργότερα περιγράφει σχεδόν ακριβώς τα σημερινά feed που ανοίγουν αυτόματα στις οθόνες μας. Η πορεία του Νίκολας Νεγροπόντε, από μια εύπορη ναυτιλιακή οικογένεια μέχρι τα εργαστήρια του MIT, εξηγεί πώς γεννήθηκε μία από τις πιο προφητικές ιδέες για το μέλλον της ενημέρωσης.
Το «Daily Me» και η πρόβλεψη για προσωποποιημένη ενημέρωση
Το 1995, όταν ο Νίκολας Νεγροπόντε διατύπωνε τις πρώτες του ιδέες, δεν υπήρχε ούτε Facebook, ούτε Google, ούτε smartphone, TikTok ή η ατελείωτη ροή ειδήσεων που σήμερα φαίνεται να γνωρίζει καλύτερα από εμάς τι θέλουμε να διαβάσουμε. Το Internet έκανε τότε ακόμη τα πρώτα του βήματα. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο καθηγητής του MIT φαντάστηκε έναν υπολογιστή που θα μάθαινε τις συνήθειες και τις προτιμήσεις κάθε αναγνώστη και θα φιλτράριζε γι’ αυτόν τον ωκεανό της πληροφορίας. Ονόμασε αυτή τη μελλοντική ψηφιακή εφημερίδα «Daily Me», μια έκδοση που δεν θα έμοιαζε ποτέ με εκείνη του διπλανού αναγνώστη.
Οι τίτλοι που θα έβλεπε ο ένας χρήστης δεν θα ήταν απαραίτητα οι ίδιοι με εκείνους που θα έβλεπε ο άλλος, καθώς το λογισμικό θα προσάρμοζε το περιεχόμενο ξεχωριστά για κάθε άτομο. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η ιδέα αυτή δεν ακούγεται καθόλου φουτουριστική, αφού περιγράφει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν σήμερα τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και οι πλατφόρμες ενημέρωσης. Ο Νίκολας Νεγροπόντε δεν σταμάτησε εκεί, καθώς αργότερα επιχείρησε και ένα ακόμη φιλόδοξο σχέδιο, να βάλει έναν φορητό υπολογιστή στα χέρια κάθε παιδιού στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Ναυτιλιακή οικογένεια και το ταξίδι από την τέχνη στην τεχνολογία
Ο Νίκολας Νεγροπόντε μεγάλωσε σε μια εύπορη, κοσμοπολίτικη οικογένεια. Ο πατέρας του, Δημήτρης Νεγροπόντε, δραστηριοποιούνταν στη ναυτιλία, ενώ η οικογένεια μοιράζονταν τη ζωή της ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος θυμόταν αργότερα ότι στο οικογενειακό τραπέζι ήταν σχεδόν φυσιολογικό μια πρόταση να ξεκινά σε μία γλώσσα και να ολοκληρώνεται σε άλλη. Από παιδί ταξίδευε συνεχώς, ζούσε σε διαφορετικές χώρες και απέκτησε μια αντίληψη του κόσμου πολύ ευρύτερη από εκείνη ενός τυπικού μαθητή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα δεκαέξι του χρόνια, ωστόσο, δεν ονειρευόταν να γίνει τεχνολόγος, αλλά ήθελε να πάει στο Παρίσι και να γίνει γλύπτης. Ο πατέρας του τού πρότεινε τότε μια συμφωνία, να σπουδάσει πρώτα πέντε χρόνια Αρχιτεκτονική στο MIT και, όταν θα τελείωνε, θα χρηματοδοτούσε άλλα πέντε χρόνια ζωής και τέχνης στο Παρίσι. Ο Νίκολας Νεγροπόντε δέχτηκε τη συμφωνία και μπήκε στο MIT. Στο Παρίσι τελικά δεν πήγε ποτέ, καθώς μέσα στα εργαστήρια του πανεπιστημίου ανακάλυψε κάτι που τον συνάρπασε περισσότερο από την ίδια την αρχιτεκτονική, τους υπολογιστές.
Από την αρχιτεκτονική στους υπολογιστές και η γέννηση του Architecture Machine Group
Στη δεκαετία του 1960 η σχέση ανθρώπου και υπολογιστή δεν είχε καμία σχέση με όσα γνωρίζουμε σήμερα. Οι μηχανές ήταν τεράστιες, ακριβές και δύσχρηστες, χωρίς ποντίκια, touchscreens, προσωπικά laptops ή φιλικές διεπαφές. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν κανέναν λόγο να πλησιάσουν έναν υπολογιστή εκείνη την εποχή. Ο Νίκολας Νεγροπόντε, όμως, άρχισε να αναρωτιέται κάτι διαφορετικό από τους περισσότερους μηχανικούς της εποχής του.
Αντί να αναζητά απλώς πώς μπορεί να γίνει ένας υπολογιστής ισχυρότερος, ο Νίκολας Νεγροπόντε εξέταζε πώς θα μπορούσε να γίνει περισσότερο ανθρώπινος. Το 1968 ίδρυσε στο MIT το Architecture Machine Group, το εργαστήριο που έθεσε τις βάσεις για όσα θα ακολουθούσαν στην καριέρα του, συμπεριλαμβανομένης και της ίδρυσης του MIT Media Lab. Η διαδρομή του, από τα ναυτιλιακά ταξίδια της παιδικής του ηλικίας μέχρι τις προβλέψεις για το «Daily Me», δείχνει πώς μια ασυνήθιστη πορεία ζωής μπορεί να οδηγήσει σε ιδέες που προηγούνται της εποχής τους κατά δεκαετίες.




