Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου εκτινάχθηκαν την Πέμπτη, με το Brent να επιστρέφει πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, μετά από δημοσίευμα της Wall Street Journal σύμφωνα με το οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν επιθυμεί επιστροφή στους όρους της συμφωνίας με το Ιράν. Η άνοδος ήρθε μετά από τρεις συνεχόμενες συνεδριάσεις απωλειών στις αγορές ενέργειας. Η αμερικανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι δεν βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, ενώ παράλληλα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει αρχίσει να επιβαρύνει σοβαρά τον προϋπολογισμό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Άλμα στις τιμές πετρελαίου μετά το «όχι» Τραμπ
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Wall Street Journal, το οποίο επικαλείται πρόσωπα με γνώση του θέματος, η κυβέρνηση Τραμπ έχει ενημερώσει επανειλημμένα τους μεσολαβητές ότι δεν ενδιαφέρεται για αναβίωση του μνημονίου κατανόησης που είχε επιτευχθεί με το Ιράν τον Ιούνιο. Η στάση αυτή περιπλέκει τις εντατικές διπλωματικές προσπάθειες που είχαν ξεκινήσει αυτή την εβδομάδα για την επανεκκίνηση των συνομιλιών. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου καταγράφηκε αμέσως μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. Ως αποτέλεσμα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent ενισχύθηκαν κατά 2,18 δολάρια, δηλαδή 2,5%, φτάνοντας τα 90,02 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI κέρδισε 1,61 δολάρια, στα 83,84 δολάρια.
Ο αναλυτής της UBS, Τζιοβάνι Σταούνοβο, εκτίμησε ότι η έλλειψη προόδου στις συνομιλίες, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες ροές πετρελαίου, οδήγησε τις αγορές σε αναθεώρηση των εκτιμήσεών τους. Ο Λευκός Οίκος διευκρίνισε ότι δεν διεξάγονται αυτή τη στιγμή διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, τονίζοντας πάντως ότι όλες οι επιλογές παραμένουν ανοιχτές. Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός του Κατάρ ταξίδεψε στην Τεχεράνη σε μια προσπάθεια επανεκκίνησης του διαλόγου, μία ημέρα πριν συμπληρωθούν έξι μήνες από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν. Ο κορυφαίος αξιωματούχος ασφαλείας της Τεχεράνης, Μοχσέν Ρεζαΐ, προειδοποίησε ότι το Ιράν θα πλήξει αμερικανικά στρατιωτικά και οικονομικά συμφέροντα εάν η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε νέες προκλήσεις.

Οικονομική πίεση στις ΗΠΑ και ατζέντα της G20
Ο παρατεταμένος πόλεμος έχει αρχίσει να αφήνει βαθιά ίχνη στον αμερικανικό στρατιωτικό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με έγγραφα που εξασφάλισε ο Guardian, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ αναγκάζεται να μεταφέρει κονδύλια ακόμη και από τη μισθοδοσία του προσωπικού, προκειμένου να καλύψει το κόστος των επιχειρήσεων. Εσωτερικό υπόμνημα του Πενταγώνου προειδοποιεί για ελλείψεις στα κονδύλια μισθοδοσίας, ενώ ο απόστρατος αξιωματικός Χάρλαν Ούλμαν σχολίασε χαρακτηριστικά πως «ο κουμπαράς έσπασε». Ο προϋπολογισμός του Πολεμικού Ναυτικού για το 2026 ανέρχεται σε περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια, ωστόσο η αμερικανική νομοθεσία περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς χρημάτων μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών δαπανών. Ο Λευκός Οίκος έχει ήδη ζητήσει έκτακτη χρηματοδότηση από το Κογκρέσο, ωστόσο οι πιθανότητες έγκρισης θεωρούνται περιορισμένες, καθώς ο πόλεμος παραμένει αντιδημοφιλής στην αμερικανική κοινή γνώμη.
Παράλληλα, το ζήτημα του Ιράν αναμένεται να κυριαρχήσει και στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών κεντρικών τραπεζών της G20, την οποία θα φιλοξενήσει ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, τη Δευτέρα και την Τρίτη στην πόλη Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας. Ανώτερος αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει συμφωνία μεταξύ των 20 μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου για μέτρα ενίσχυσης της ανάπτυξης και περιορισμού των διεθνών οικονομικών ανισορροπιών, καθώς και λύσεις για το αυξανόμενο δημόσιο χρέος. Παράλληλα με την οικονομική ατζέντα, η Ουάσιγκτον αναμένεται να ασκήσει πιέσεις στους εταίρους της G20 για περαιτέρω οικονομική απομόνωση της Τεχεράνης, περιορίζοντας την πρόσβασή της σε κρίσιμες πηγές χρηματοδότησης.
Τι ακολουθεί
Οι εξελίξεις αναμένεται να κορυφωθούν τη Δευτέρα και την Τρίτη με τη σύνοδο της G20 στην Άσβιλ, όπου οι κυρώσεις κατά του Ιράν θα βρεθούν ξανά στο επίκεντρο. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη ανακοινώσει τη Δευτέρα τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία» κατά της Τεχεράνης, τις οποίες ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ εκτιμά ότι θα μπορούσαν να μειώσουν την ανάγκη για νέες μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας του ιρανικού κοινοβουλίου, Εμπραχίμ Αζίζι, χαρακτήρισε τα μέτρα «απάνθρωπη και εχθρική πράξη», υποστηρίζοντας ωστόσο ότι έχουν ήδη χάσει μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς τους. Οι αγορές ενέργειας αναμένεται να παρακολουθούν στενά κάθε νέα διπλωματική εξέλιξη, καθώς οποιαδήποτε ένδειξη αποκλιμάκωσης ή περαιτέρω έντασης μπορεί να προκαλέσει νέες έντονες διακυμάνσεις στις τιμές πετρελαίου.




