Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» ολοκλήρωσε τη φάση συμβασιοποίησής του στις 31 Αυγούστου 2026, δίνοντας τη δυνατότητα σε πάνω από 14.100 πολίτες να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία. Πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόγραμμα στεγαστικής πίστης για προσιτή πρώτη κατοικία που έχει υλοποιηθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα απολογιστικά στοιχεία των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Το πρόγραμμα διαχειρίστηκε η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και παρείχε άτοκη χρηματοδότηση με πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Διαβάστε επίσης: Το «Σπίτι μου ΙΙ» έδωσε 14.114 δάνεια σε νέες οικογένειες
Πάνω από 15.000 εγκρίσεις δανείων
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, εγκρίθηκαν συνολικά 15.097 δάνεια, συνολικής αξίας 1,82 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 94,5% του συνολικού προϋπολογισμού του προγράμματος. Το μέσο ύψος κάθε δανείου διαμορφώθηκε στις 120,4 χιλιάδες ευρώ. Από αυτές τις εγκρίσεις, υπογράφηκαν τελικά 14.114 δανειακές συμβάσεις, ύψους 1,54 δισ. ευρώ, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 93,5% των εγκρίσεων. Η συνολική δημόσια στήριξη έφτασε τα 943,2 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 909,2 εκατ. ευρώ αφορούσαν συμμετοχή στα δάνεια και τα 34,1 εκατ. ευρώ επιδότηση επιτοκίου, κινητοποιώντας συνολικά αγορές ακινήτων αξίας άνω των 2,15 δισ. ευρώ.
Το «Σπίτι μου ΙΙ» παρείχε χρηματοδότηση με άτοκο δάνειο, το 50% του οποίου καλύφθηκε από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και το υπόλοιπο 50% από τα συμμετέχοντα πιστωτικά ιδρύματα. Το πρόγραμμα εντάσσεται στην ευρύτερη πολιτική της Κυβέρνησης για το στεγαστικό, η οποία περιλαμβάνει δράσεις συνολικού ύψους 6,5 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή των δανείων, καθώς το 37% αυτών -δηλαδή 5.594 δάνεια αξίας 619,8 εκατ. ευρώ– κατευθύνθηκε εκτός Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη κατέγραψε 1.075 δάνεια, η Θεσσαλία 1.051 και η Δυτική Ελλάδα 844, στοιχεία που δείχνουν πως το πρόγραμμα δεν περιορίστηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η μέση εμπορική αξία των ακινήτων που αγοράστηκαν διαμορφώθηκε στις 152,1 χιλιάδες ευρώ με μέσο εμβαδόν 88,5 τετραγωνικά μέτρα.

Ποιοι ήταν οι δικαιούχοι του προγράμματος
Τα στοιχεία των δύο υπουργείων δείχνουν ότι το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» πέτυχε τον κοινωνικό του στόχο, καθώς απευθύνθηκε σε νοικοκυριά με περιορισμένη πρόσβαση στην τραπεζική στεγαστική πίστη. Οι 2 στους 3 ωφελούμενους, δηλαδή το 66,6%, έχουν ετήσιο εισόδημα έως 24.000 ευρώ, ενώ μόλις το 0,58% διαθέτει εισόδημα άνω των 44.000 ευρώ. Η μέση ηλικία των δικαιούχων είναι τα 38 έτη, με το 41% να είναι έως 36 ετών, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία του προγράμματος για τους νέους. Το 58,45% των ωφελούμενων είναι έγγαμοι ή σε σύμφωνο συμβίωσης, ενώ το 7% -περίπου 1.060 νοικοκυριά– αφορά μονογονεϊκές οικογένειες. Περισσότεροι από 1.660 ωφελούμενοι προέρχονται από οικογένειες με τρία ή περισσότερα τέκνα, οι οποίες έλαβαν επιπλέον μείωση επιτοκίου, ενώ 108 δικαιούχοι είναι άτομα με αναπηρία.
Οι δηλώσεις της υπουργού Κοινωνικής Συνοχής
Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, σχολίασε την ολοκλήρωση του προγράμματος τονίζοντας ότι πέτυχε τον στόχο για τον οποίο σχεδιάστηκε. «Πάνω από 14.100 συμπολίτες μας απέκτησαν την πρώτη τους κατοικία. Από τις 15.097 εγκρίσεις, υπογράφηκαν 14.114 συμβάσεις και δουλέψαμε μέχρι τέλους ώστε κανένας εγκεκριμένος δικαιούχος να μη μείνει εκτός προγράμματος», ανέφερε χαρακτηριστικά η υπουργός. Η δήλωση συνδέεται με μια ιδιαίτερη λεπτομέρεια της υλοποίησης: τα εγκεκριμένα δάνεια που δεν είχαν προλάβει να συμβασιοποιηθούν έως το ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης, στις 2 Ιουνίου 2026, συμβασιοποιήθηκαν τελικά έως τις 31 Αυγούστου 2026 με πόρους που διαχειρίστηκε η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα.
Η κίνηση αυτή διασφάλισε πρακτικά ότι κανένας δικαιούχος που είχε λάβει έγκριση δεν έμεινε τελικά εκτός προγράμματος λόγω τυπικών προθεσμιών. Το «Σπίτι μου ΙΙ» εντάσσεται στη στρατηγική της Κυβέρνησης για το στεγαστικό, με τα ποσοστά μετατροπής εγκρίσεων σε συμβάσεις -πάνω από 93%– να καταδεικνύουν την ουσιαστική ανταπόκριση των πολιτών στο πρόγραμμα. Η κατανομή των δανείων σε περιοχές εκτός των δύο μεγάλων αστικών κέντρων, με ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και στη Θεσσαλία, δείχνει πως η στεγαστική πολιτική είχε ουσιαστική επίδραση και στην περιφέρεια της χώρας.




