Νέα διπλή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας κατέγραψε η Ελλάδα το βράδυ της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου, με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης Moody’s και Scope Ratings να αναβαθμίζουν σχεδόν ταυτόχρονα τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στις διεθνείς αγορές, γεγονός που της προσδίδει, όπως σχολίασε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ιδιαίτερη βαρύτητα. Η αναβάθμιση της Ελλάδας αποτελεί την τρίτη θετική κίνηση μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, καθώς προηγήθηκαν αντίστοιχες αποφάσεις από άλλους οίκους τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο.
Διαβάστε επίσης: Διπλή αναβάθμιση της Ελλάδας από Moody’s και Scope
Τι ανακοίνωσαν οι δύο οίκοι αξιολόγησης
Ο οίκος Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές (outlook) της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας ωστόσο την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Πρόκειται για την τρίτη αλλαγή προοπτικών της χώρας σε θετική κατεύθυνση μέσα σε περίπου έναν μήνα, μετά τις αντίστοιχες κινήσεις της R&I στις 17 Αυγούστου και της DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου. Λίγο νωρίτερα την ίδια ημέρα, η Scope Ratings προχώρησε σε ουσιαστικότερη κίνηση, αναβαθμίζοντας την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από BBB, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα, με τις προοπτικές να αναθεωρούνται σε σταθερές από θετικές. Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση του εκδότη επιβεβαιώθηκε στο S-2.
Στην αιτιολόγηση της απόφασής της, η Scope αναφέρθηκε στην ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ και στην ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, στοιχεία που στηρίζονται από μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο οίκος, η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025. Για το 2026 η Scope προβλέπει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 4,1%, ενώ αναμένει σταδιακή υποχώρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, λόγω ελεγχόμενης δημοσιονομικής επέκτασης.

Οι αντιδράσεις της κυβέρνησης
Σχολιάζοντας τις δύο αναβαθμίσεις, ο Κυριάκος Πιερρακάκης τόνισε ότι «η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται». Ο υπουργός υπογράμμισε ότι οι αποφάσεις επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών χρέους, εκτιμώντας πως ενισχύει τη θέση της χώρας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, ενώ συνέδεσε τη σημερινή εξέλιξη με την επιστροφή του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης, ο οποίος χαρακτήρισε τις αποφάσεις των δύο οίκων «ακόμα μια διεθνή αναγνώριση των αντοχών και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας». Ο αναπληρωτής υπουργός ανέφερε ότι η Ελλάδα έχει εδραιώσει τη θέση της εντός της επενδυτικής βαθμίδας παρά τις διεθνείς πιέσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας που επιτρέπει τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Σημείωσε παράλληλα ότι η κυβέρνηση δεν εφησυχάζει και συνεχίζει να αξιοποιεί εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για την επιτάχυνση των αναγκαίων αλλαγών.
Οι επόμενοι στόχοι
Σύμφωνα με τον Νίκο Παπαθανάση, στόχος της κυβέρνησης παραμένει η περαιτέρω ενίσχυση μιας δυναμικής και ανθεκτικής οικονομίας, μέσω της στήριξης της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας. Ο ίδιος αναφέρθηκε στην προσέλκυση περισσότερων ποιοτικών επενδύσεων και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με στόχο τη μετατροπή του αναπτυξιακού μερίσματος σε κοινωνικό όφελος για τους πολίτες. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, από την πλευρά του, συνέδεσε τη συνέχιση αυτής της πορείας με τη δημοσιονομική συνέπεια, τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα, με στόχο καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και υψηλότερα εισοδήματα.




