Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε «θετικές» από «σταθερές», διατηρώντας αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Η ανακοίνωση έγινε την ίδια ημέρα με αντίστοιχη κίνηση του οίκου Scope Ratings, ο οποίος προχώρησε σε πλήρη αναβάθμιση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές. Η διπλή αυτή εξέλιξη αποτελεί ένα ακόμη θετικό σήμα για τα ελληνικά δημοσιονομικά, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται από αναταράξεις.
Διαβάστε επίσης: Η Ελλάδα αναβαθμίζεται διπλά από Moody’s και Scope
Η αναβάθμιση της Ελλάδας από Moody’s και Scope
Η Moody’s διατήρησε την Ελλάδα στη βαθμίδα Baa3, εντός της επενδυτικής κατηγορίας, αλλάζοντας ωστόσο το outlook από σταθερό σε θετικό. Στο επίκεντρο της αξιολόγησης βρίσκονται η σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και η σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Ο οίκος αναγνωρίζει επίσης την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων ετών, στη φορολογική διοίκηση, στην απλούστευση διαδικασιών για τις επιχειρήσεις, στο πλαίσιο αφερεγγυότητας και στις δικαστικές διαδικασίες, καθώς και τη βελτίωση της εικόνας του τραπεζικού συστήματος μέσω της εξυγίανσης των ισολογισμών.

Στο μέτωπο του χρέους, ο λόγος προς το ΑΕΠ υποχώρησε στο 146,1% το 2025, από 154,2% το 2024 και 209,4% το 2020. Η Moody’s προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030, ενώ η Scope εκτιμά πτώση στο 136% το 2026 και περίπου στο 110% έως το 2031. Η μείωση υποστηρίζεται και από τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους της περιόδου της κρίσης, καθώς μετά τα 5,3 δισ. ευρώ που αποπληρώθηκαν πρόωρα στα τέλη του 2025, σχεδιάζεται επιπλέον αποπληρωμή 13 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026. Η Scope καταγράφει για το 2025 γενικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%.
Η σημερινή κίνηση της Moody’s αποτελεί την τρίτη αλλαγή προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές μέσα σε περίπου έναν μήνα, μετά την αναβάθμιση από τη R&I στις 17 Αυγούστου και τη DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, η Moody’s επισημαίνει ότι σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης του λόγου επενδύσεων προς ΑΕΠ κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες από το 2020 προέρχονται από ιδιωτικές επενδύσεις και όχι αποκλειστικά από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Οι αντιδράσεις και το ευρύτερο πλαίσιο
Σε δήλωσή του, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε ότι «η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται» και τόνισε πως αυτό «έχει τεράστια αξία». Ο υπουργός υπογράμμισε ότι οι αποφάσεις επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων, καθώς και τη στρατηγική επιλογή για πρόωρες αποπληρωμές χρέους. «Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, συνδέοντας τις αναβαθμίσεις με την επιστροφή του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ανεπτυγμένες αγορές.
Παρά τη θετική εικόνα, η Moody’s καταγράφει και αδυναμίες που συνεχίζουν να βαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας. Ανάμεσά τους είναι το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους, οι εξωτερικές ανισορροπίες, η μέτρια παραγωγικότητα, η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση και το σημαντικό απόθεμα προβληματικού χρέους που παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος. Ο οίκος επισημαίνει επίσης περιβαλλοντικούς κινδύνους από πυρκαγιές, ακραίες θερμοκρασίες και υδατική καταπόνηση, ενώ στο κοινωνικό πεδίο αναφέρει το δημογραφικό ζήτημα και την ανεργία, ιδιαίτερα στους νέους, ως σημαντικές προκλήσεις.

Τι ακολουθεί
Σύμφωνα με τη Moody’s, η προοπτική για νέα αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση των διαρθρωτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων, τη διατήρηση της δημοσιονομικής προσαρμογής και τη σταθερή μείωση του χρέους. Αντίθετα, ενδεχόμενη υποχώρηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, αποδυνάμωση της δημοσιονομικής δέσμευσης ή κλιμάκωση γεωπολιτικών κινδύνων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιστροφή του outlook σε «σταθερό». Η κυβέρνηση, μέσω του υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δεσμεύτηκε για συνέχιση της πολιτικής δημοσιονομικής συνέπειας, επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που, όπως ανέφερε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, στοχεύουν σε καλύτερα αμειβόμενες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες.




