Ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μίλησε από το βήμα της 81ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη και ζήτησε ανοιχτά την αναγνώριση του ψευδοκράτους στην κατεχόμενη Κύπρο. Στην ίδια ομιλία αναφέρθηκε εκτενώς στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στον πόλεμο στη Γάζα, επιχειρώντας να παρουσιάσει την Τουρκία ως παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή. Η ομιλία προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από την ελληνική διπλωματία, η οποία χαρακτήρισε τις τουρκικές θέσεις απαράδεκτες.
Διαβάστε επίσης: Ο Ερντογάν στον ΟΗΕ ζητά λύση για Αιγαίο και Κύπρο
Η πρόταση για Διάσκεψη στην Ανατολική Μεσόγειο και η αίτηση αναγνώρισης ψευδοκράτους
Ο Ερντογάν επανέφερε στην ομιλία του την πρόταση για σύγκληση μιας «Διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο», μια πρωτοβουλία που η Τουρκία έχει παρουσιάσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι η Άγκυρα επιθυμεί τα ζητήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο να αντιμετωπιστούν «με βάση τις σχέσεις καλής γειτονίας» και «σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο», υποστηρίζοντας πως μια τέτοια περιφερειακή διάσκεψη θα μπορούσε να δημιουργήσει κοινό έδαφος συνεννόησης μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.

Στο ζήτημα της Κύπρου, ο Ερντογάν ζήτησε ρητά την αναγνώριση του ψευδοκράτους, δηλώνοντας: «Καλώ τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου και να συνάψει με αυτήν πολιτικές, διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις». Πρόσθεσε πως πρέπει να κατοχυρωθεί η «κυριαρχική ισότητα» των Τουρκοκυπρίων και να τερματιστεί, όπως ισχυρίστηκε, η «απάνθρωπη απομόνωση» στην οποία υποβάλλονται. Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία αναγνωρίζουν αποκλειστικά την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος στο νησί, ενώ η Άγκυρα τα τελευταία χρόνια έχει απομακρυνθεί από το μοντέλο της ομοσπονδιακής λύσης.
Ο Τούρκος πρόεδρος παρουσίασε επίσης την Τουρκία ως «νησίδα σταθερότητας εν μέσω συγκρούσεων», επικαλούμενος την αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία. Υπενθύμισε τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που φιλοξενήθηκε στην Άγκυρα τον Ιούλιο και δήλωσε ότι είναι αδύνατο η Ευρώπη να είναι ισχυρότερη και ασφαλέστερη αν αποκλείσει την Τουρκία από την αρχιτεκτονική ασφαλείας της. Παράλληλα, αναφέρθηκε στα Βαλκάνια και στη «Βαλκανική Πλατφόρμα Ειρήνης», επικαλούμενος ιστορικούς δεσμούς της Τουρκίας με την περιοχή.

Σφοδρή επίθεση σε Ισραήλ και η αντίδραση της Αθήνας
Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του Ερντογάν αφιερώθηκε στον πόλεμο στη Γάζα. Ο Τούρκος πρόεδρος χαρακτήρισε τη Γάζα «το πιο απάνθρωπο και ντροπιαστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης της εποχής μας» και «το μεγαλύτερο νεκροταφείο παιδιών στον κόσμο», κατηγορώντας το Ισραήλ για «κρατική τρομοκρατία» και αναφέροντας περίπου 74.000 νεκρούς Παλαιστινίους. Εξέφρασε επίσης τη δυσφορία του για την απουσία του Προέδρου του Κράτους της Παλαιστίνης, Μαχμούντ Αμπάς, από τη φετινή Γενική Συνέλευση, λέγοντας ότι «αυτή η αδικία σε βάρος των Παλαιστίνιων αδελφών μας πληγώνει τις συνειδήσεις» και δεσμεύτηκε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να είναι «η φωνή» του παλαιστινιακού λαού.
Ο Ερντογάν κάλεσε τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ που δεν αναγνωρίζουν το παλαιστινιακό κράτος να αναθεωρήσουν τη στάση τους και ζήτησε από όλες τις χώρες να εντείνουν την πίεση στο Ισραήλ για τον τερματισμό του πολέμου. Αναφέρθηκε στη συμφωνία που υπογράφηκε πριν από έναν χρόνο στο Σαρμ ελ Σέιχ και ζήτησε να ξεκινήσει άμεσα η ανοικοδόμηση της Γάζας. Παράλληλα, ζήτησε μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, υποστηρίζοντας ότι ο Οργανισμός έχει καταστεί ανίκανος να εκπληρώσει το καθήκον του για τη διατήρηση της ειρήνης.
Από την πλευρά της, η ελληνική διπλωματία παρακολούθησε στενά τις δηλώσεις της Άγκυρας. Διπλωματικές πηγές ξεκαθάρισαν ότι οι θέσεις περί αναγνώρισης του ψευδοκράτους και λύσης δύο κρατών στην Κύπρο είναι παντελώς απαράδεκτες, αντιβαίνουν στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν αποδεκτές ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Κύπρο, ούτε από τη διεθνή κοινότητα. Η Αθήνα υποστηρίζει σταθερά ότι οι διαφορές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να επιλύονται αποκλειστικά στη βάση του διεθνούς δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.




