Το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027 κατέθεσε σήμερα στη Βουλή ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, συνοδευόμενος από τον υφυπουργό Θάνο Πετραλιά. Το κείμενο παραπέμπεται στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής για συζήτηση. Το οικονομικό επιτελείο προβλέπει ανάπτυξη 2,3% και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,6% για τον προϋπολογισμό 2027, με το δημόσιο χρέος να υποχωρεί κάτω από το 130% του ΑΕΠ.
Διαβάστε επίσης: Προϋπολογισμός 2027: Ανάπτυξη 2,3% και νέα μέτρα 2,2 δισ.
Ανάπτυξη, πλεόνασμα και μειωμένο χρέος
Σύμφωνα με το προσχέδιο, η ελληνική οικονομία αναμένεται να επιταχύνει τον ρυθμό ανάπτυξης στο 2,3% το 2027, από 2% το 2026, με το ονομαστικό ΑΕΠ να ανεβαίνει στα 274,6 δισ. ευρώ από 262 δισ. ευρώ. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να αποκλιμακωθεί στο 2,6%, από 3,8% που εκτιμάται για το 2026, ενώ η ανεργία θα μειωθεί στο 7,9% από 8,4% -το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα μετά το 2008. Οι αμοιβές ανά εργαζόμενο προβλέπεται να ενισχυθούν κατά 3,9% σε ονομαστικούς όρους, με πραγματική αύξηση 1,4% μετά τον πληθωρισμό. Βασικός μοχλός της ανάπτυξης παραμένουν οι επενδύσεις, που εκτιμάται να αυξηθούν κατά 7,9%, ανεβάζοντας το ποσοστό τους στο ΑΕΠ στο 18,6% από 17,8%.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται στα 9,15 δισ. ευρώ, ή 3,3% του ΑΕΠ, από 3,6% φέτος, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα διαμορφώνεται στο 0,3% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος υπολογίζεται να μειωθεί στο 128,8% του ΑΕΠ, από 136,7%, φτάνοντας τα 353,69 δισ. ευρώ. Τα φορολογικά έσοδα αναμένεται να ενισχυθούν κατά 2,15 δισ. ευρώ, αγγίζοντας τα 77,88 δισ. ευρώ, κυρίως λόγω της μεγέθυνσης της οικονομίας. Οι συνολικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού περιορίζονται στα 85,05 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 2,93 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2026, κυρίως λόγω της ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης. Το κόστος των νέων μόνιμων μέτρων που έχουν ανακοινωθεί αλλά αναμένεται να νομοθετηθούν υπολογίζεται στα 2,27 δισ. ευρώ.
Μισθοί, συντάξεις και νέα μέτρα στήριξης
Το προσχέδιο θέτει στόχο αύξησης του κατώτατου μισθού στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και στα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028, από τα σημερινά 920 ευρώ. Στους δημοσίους υπαλλήλους προβλέπεται αύξηση μισθών συνδεδεμένη με την άνοδο του κατώτατου μισθού, καθώς και επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά από τον Δεκέμβριο του 2027. Η ετήσια ενίσχυση των συνταξιούχων αυξάνεται στα 400 ευρώ καθαρά από τον Νοέμβριο του 2026 και επεκτείνεται σε όσους έχουν ξεπεράσει τα 65 έτη, καθώς και σε άτομα με αναπηρία και ανασφάλιστους υπερήλικες. Για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και τους τρίτεκνους προβλέπεται μηδενικός φορολογικός συντελεστής για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, ενώ οι συνεπείς ελεύθεροι επαγγελματίες θα απαλλάσσονται από προσαυξήσεις που συνδέονται με το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα. Προβλέπεται επίσης αφορολόγητο για φιλοδωρήματα έως 6.000 ευρώ τον χρόνο και μείωση της προκαταβολής φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις από 55% σε 50%.

Γεωπολιτική αβεβαιότητα και στόχοι του οικονομικού επιτελείου
Στην επιστολή τους προς τη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, ο Κυριάκος Πιερρακάκης και ο Θάνος Πετραλιάς αναφέρουν ότι το προσχέδιο συντάχθηκε μέσα σε συνθήκες αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με διαταραχές στις αγορές ενέργειας και νέους περιορισμούς στο διεθνές εμπόριο. Οι συνεχιζόμενες εντάσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και τις θαλάσσιες εμπορικές ροές, ιδίως μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ παράλληλα καταγράφεται αύξηση των δημοσιονομικών κινδύνων σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες. Παρά το δυσμενές αυτό περιβάλλον, το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει, για έβδομο συναπτό έτος, να αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, για την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,2% το 2027 και 0,9% το 2026. Για ενδεχόμενες έκτακτες ανάγκες από την ενεργειακή κρίση έχει προβλεφθεί κονδύλι 200 εκατ. ευρώ.
Το προσχέδιο παραπέμπεται πλέον στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για συζήτηση, στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Η κατάθεσή του συνέπεσε με την έναρξη της Δ’ Συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου, η οποία ξεκίνησε με τον καθιερωμένο αγιασμό και χοροστάτη τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, μελών της κυβέρνησης και βουλευτών.




