simera24.gr

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στα επίπεδα του 2019 η φορολογική επιβάρυνση παρά τις μειώσεις

Ανάλυση του ΚΕΦΙΜ με βάση τα στοιχεία της Eurostat δείχνει ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση το 2025 παραμένει στο 41,3% του ΑΕΠ, όσο και το 2019. Υψηλή η έμμεση φορολογία, συνταξιοδοτική κατά βάση η κοινωνική δαπάνη.

Newsroom simera24.gr · 5 Νοεμβρίου 2026 · Οικονομία

Στα επίπεδα του 2019 η φορολογική επιβάρυνση παρά τις μειώσεις

Στα ίδια επίπεδα με το 2019 παραμένει η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα, παρά τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών που έχουν δρομολογηθεί την τελευταία εξαετία. Αυτό προκύπτει από ανάλυση του ΚΕΦΙΜ που χρησιμοποιεί τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τα οποία δημοσιεύθηκαν στις 28 Οκτωβρίου. Τη μελέτη υπογράφουν ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας και ο Επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος, εξετάζοντας τόσο το ύψος όσο και τη σύνθεση των φόρων.

Γιατί οι μειώσεις συντελεστών δεν ρίχνουν τον δείκτη του ΑΕΠ

Το 2025 η Ελλάδα εισέπραξε φόρους και κοινωνικές εισφορές ίσες με το 41,3% του ΑΕΠ, όσο ακριβώς και το 2019. Η πορεία της εξαετίας δεν ήταν ευθεία: ο δείκτης εκτινάχθηκε στο 42,8% το 2022, αντανακλώντας την ανάκαμψη μετά την πανδημία και τα αυξημένα έσοδα, για να υποχωρήσει στο 40,5% το 2023. Η επιστροφή στα επίπεδα του 2019 εξηγεί γιατί οι περικοπές συντελεστών δεν μεταφράζονται αυτόματα σε αντίστοιχη ελάφρυνση.

Η ανάλυση αποδίδει το φαινόμενο στην άνοδο των εισοδημάτων, των τιμών και της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και στην αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων, παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα ανεξάρτητα από τους ονομαστικούς συντελεστές. Χαρακτηριστικό είναι το εύρος της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης: τα έσοδα αυξήθηκαν από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025, άνοδος της τάξης του 35%.

Σε σύγκριση με την Ευρώπη, η χώρα κινήθηκε σταθερά πάνω από τον μέσο όρο. Ο δείκτης της ΕΕ-27 κυμάνθηκε μεταξύ 36,9% το 2023 και 37,9% το 2025, με την Ελλάδα να απέχει από 3 έως και 5,5 μονάδες, η μεγαλύτερη απόκλιση σημειώθηκε το 2022. Για το 2025 η διαφορά διαμορφώνεται στις 3,4 μονάδες.

Υψηλοί έμμεσοι φόροι και μια κοινωνική δαπάνη που κλίνει προς τις συντάξεις

Η δομή του φορολογικού μείγματος βαρύνει δυσανάλογα την κατανάλωση. Η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη στην ΕΕ στους έμμεσους φόρους με 17,2% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 13,4%, ενώ ο ΦΠΑ από μόνος του αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ έναντι 7,2% στην ΕΕ. Αντίστροφα, στους άμεσους φόρους υστερεί κατά 1,2 μονάδες, με 11% έναντι 12,2%. Στις κοινωνικές εισφορές η χώρα βρίσκεται στο 13% του ΑΕΠ, 0,9 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο των 12,1%.

Το δεύτερο σκέλος της μελέτης εστιάζει στο πού κατευθύνονται τα έσοδα. Η κοινωνική προστασία απορροφά το 36,7% της συνολικής κρατικής δαπάνης, σχεδόν ίσο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 36,6%, όμως η εσωτερική κατανομή διαφέρει σημαντικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, από κάθε 1.000 ευρώ κοινωνικής δαπάνης τα σχεδόν 800 κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, όταν στην ΕΕ-27 το αντίστοιχο ποσό περιορίζεται στα 620 ευρώ.

Η εικόνα αυτή καθιστά την ελληνική κοινωνική προστασία ουσιαστικά συνταξιοδοτική δαπάνη. Οι πόροι που απομένουν για τις νεότερες γενιές, όπως η στήριξη της οικογένειας, των παιδιών, των ατόμων με αναπηρία και η στέγαση, είναι αναλογικά οι μισοί ή και λιγότεροι από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Παράλληλα, η Ελλάδα αφιερώνει μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ στην υγεία και την παιδεία σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρότι η συνολική δημόσια δαπάνη της παραμένει υψηλότερη.