Η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, εξέφρασε τη Δευτέρα 18 Μαΐου έντονη ανησυχία για τη διπλωματική αδράνεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Ρωσία, καλώντας τη Βρυξέλλες να αναλάβει πολύ πιο ενεργό ρόλο στην προσπάθεια επίτευξης ειρήνης. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο δημόσιο τηλεοπτικό δίκτυο WDR, δήλωσε ότι δεν αρκεί να αφήνεται η διπλωματική πρωτοβουλία αποκλειστικά στα χέρια του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της συνέχισης της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία, θεωρώντας την «απόλυτα δικαιολογημένη».
Τι είπε η Μέρκελ στο WDR
Κεντρικό σημείο της συνέντευξης ήταν η δήλωση της Μέρκελ ότι «λυπάται» που η Ευρώπη «δεν αξιοποιεί επαρκώς το διπλωματικό δυναμικό της» απέναντι στη Ρωσία. Ωστόσο, απέρριψε κάθε παρεξήγηση σχετικά με τη στάση της για το ουκρανικό: η στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο είναι, κατά την ίδια, «απόλυτα δικαιολογημένη». Ο συνδυασμός «στρατιωτικής αποτροπής και διπλωματικών δραστηριοτήτων» αποτελεί για τη Μέρκελ τον μόνο ορθό δρόμο για την ασφάλεια της Ευρώπης. Επέμεινε ότι «δεν είναι αρκετό» μόνο ο Τραμπ να διατηρεί επαφή με τη Μόσχα, επισημαίνοντας: «Και εμείς μετράμε, ως Ευρωπαίοι».

Ερωτηθείσα για το ενδεχόμενο χρήσης διαμεσολαβητή στις συνομιλίες με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η Μέρκελ επικαλέστηκε την προσωπική της εμπειρία από τις διαπραγματεύσεις του Μινσκ — τις συνομιλίες που είχε διεξαγάγει ως καγκελάριος μετά την προσάρτηση της Κριμαίας. Τότε, είπε, «δεν θα της περνούσε από το μυαλό» να ζητήσει από κάποιον τρίτο να μεταβεί στην πρωτεύουσα της Λευκορωσίας «για να μιλήσει με τον Πούτιν». Η θέση της είναι απόλυτα σαφής: «Πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας». Το μήνυμα αυτό απευθύνεται άμεσα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καλώντας τις να αναλάβουν πρωτοβουλία και να σταματήσουν να εξαρτώνται από τη διπλωματία της Ουάσινγκτον.
Αντιδράσεις και πλαίσιο
Η παρέμβαση της Μέρκελ έρχεται σε φόντο έντονων επικρίσεων για τη στάση της απέναντι στη Ρωσία κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας της. Η πρώην καγκελάριος κυβέρνησε τη Γερμανία επί 16 χρόνια, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021, λιγότερο από τρεις μήνες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Πολλοί αναλυτές και πολιτικοί την κατηγορούν ότι μέσω της ενεργειακής πολιτικής της έκανε τη Γερμανία υπερβολικά εξαρτημένη από φθηνές ρωσικές προμήθειες. Οι επικρίσεις αφορούν επίσης την «υπερβολική επιείκεια» που της αποδίδεται απέναντι στη Μόσχα σε κρίσιμα διπλωματικά ζητήματα κατά τη θητεία της.

Ο νυν καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αντέδρασε άμεσα στις δηλώσεις της Μέρκελ, διαβεβαιώνοντας ότι η Γερμανία και οι ευρωπαϊκοί εταίροι «έχουν δεσμευτεί εδώ και πολύ καιρό σε εντατικό διάλογο» για μια κοινή ειρηνική λύση. Ο Μερτς επεσήμανε ωστόσο ένα κρίσιμο εμπόδιο: «Αυτό που μετράει, είναι η Ρωσία να είναι διατεθειμένη να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Ο ίδιος χαρακτήρισε ανησυχητική την έως τώρα πρακτική της Μόσχας: «Η Ρωσία απάντησε σε κάθε πρόταση για διαπραγμάτευση με ακόμη πιο σφοδρούς βομβαρδισμούς, και εναντίον αστικών υποδομών… Αυτό πρέπει να σταματήσει». Σύμφωνα με τον Μερτς, μόνο όταν σταματήσουν οι βομβαρδισμοί θα μπορέσουν να ξεκινήσουν ουσιαστικές συνομιλίες μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, με τη στήριξη Αμερικανών και Ευρωπαίων.
Χαρακτηριστική ήταν και η κίνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος στις αρχές Μαΐου δήλωσε ότι «προσωπικά» θα προτιμούσε ως ευρωπαίο συνομιλητή τον πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ — τον προκάτοχο της Μέρκελ στο αξίωμα. Ο Σρέντερ έχει επανειλημμένα δεχθεί κριτική για τις στενές σχέσεις που διατηρεί με τη Μόσχα. Η δήλωση αυτή ερμηνεύτηκε ευρέως ως άρνηση αναγνώρισης της ευρωπαϊκής διπλωματικής βαρύτητας, αλλά και ως προσπάθεια εκμετάλλευσης παλαιότερων γερμανο-ρωσικών δεσμών.

Τι ακολουθεί
Ο Φρίντριχ Μερτς ξεκαθάρισε ότι ο τελικός στόχος παραμένει η εύρεση ειρηνικής λύσης με τη συμμετοχή Ουκρανίας, Ρωσίας, Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαίων — αλλά αυτό προϋποθέτει ρωσική βούληση για ουσιαστικό διάλογο. Η Γερμανία, πάντως, έχει ήδη αλλάξει πλεύση, αναδειχθείσα σε έναν από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές της Ουκρανίας και επανεκκινώντας ενεργά την αμυντική της βιομηχανία. Η πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον είναι να μετατρέψει τη διπλωματική βαρύτητά της σε συγκεκριμένη δράση, χωρίς να αναθέτει τα πάντα στην αμερικανική πλευρά.





