Η διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου για τη μετάκληση έως 5.000 εποχικών εργατών γης μπαίνει πλέον σε φάση εφαρμογής, μετά από περίπου τρία χρόνια που παρέμενε στα χαρτιά. Η κίνηση αυτή στοχεύει να καλύψει τις χρόνιες ελλείψεις σε εργατικά χέρια που αντιμετωπίζει η ελληνική ύπαιθρος, ιδίως στις περιόδους αιχμής της αγροτικής παραγωγής. Οι πρώτοι υποψήφιοι εργάτες έχουν ήδη υποβληθεί για αξιολόγηση, ενώ η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη μέσω της ελληνικής πρεσβείας στο Κάιρο.
Τι έγινε: Η πορεία της συμφωνίας και τα πρώτα βήματα
Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου είχε υπογραφεί πριν από περίπου τρία χρόνια, ωστόσο η υλοποίησή της καθυστέρησε σημαντικά. Τώρα, σύμφωνα με τον Χρήστο Γιαννακάκη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΘΕΑΣ, η διαδικασία έχει πλέον ξεκινήσει ουσιαστικά. Περίπου 150 ονόματα υποψηφίων Αιγύπτιων εργατών έχουν ήδη υποβληθεί στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, ενώ οι σχετικές εγκρίσεις έχουν διαβιβαστεί στην ελληνική πρεσβεία στο Κάιρο για να ξεκινήσει ο έλεγχος των υποψηφίων και η διαδικασία των συνεντεύξεων.
Το αρχικό πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπει τη μετακίνηση έως 5.000 εποχικών εργατών, αριθμός που μπορεί να αυξηθεί εφόσον οι ανάγκες το απαιτήσουν. Ήδη, ενδιαφέρον για τη χρήση αυτού του εργατικού δυναμικού έχουν εκδηλώσει περισσότεροι από 36 εργοδότες. Η ζήτηση καλύπτει ευρύ φάσμα καλλιεργειών: από τα ροδάκινα και τα κεράσια έως τις ελιές, τα ακτινίδια και τα εσπεριδοειδή, παραγωγοί και συνεταιρισμοί από διάφορες περιοχές αναζητούν εργατικό δυναμικό που δεν μπορούν να βρουν εγκαίρως από άλλες πηγές.
Παράλληλα, στο Κάιρο πραγματοποιήθηκαν επαφές μεταξύ των δύο πλευρών με αντικείμενο τα πρακτικά ζητήματα της εφαρμογής. Συζητήθηκε ο τρόπος επικοινωνίας με τους εργαζόμενους, ο συντονισμός με τους εργοδότες στην Ελλάδα, η οργάνωση της μετάβασης και η ανάθεση ευθυνών για τη διασύνδεση των δύο πλευρών. Στις συζητήσεις αυτές συμμετείχε και ο υφυπουργός Εργασίας της Αιγύπτου, γεγονός που αναδεικνύει το επίσημο χαρακτήρα της διαδικασίας και τη δέσμευση και των δύο κυβερνήσεων.

Αντιδράσεις και πλαίσιο: Γιατί η συμφωνία έχει σημασία
Ο Χρήστος Γιαννακάκης τονίζει ότι το κεντρικό ζητούμενο δεν είναι απλώς η κάλυψη αριθμητικής ανάγκης, αλλά η δημιουργία μίας οργανωμένης και ελεγχόμενης διαδικασίας μετακίνησης εργατών. «Υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από την αιγυπτιακή πλευρά να έρθουν άνθρωποι να δουλέψουν νόμιμα στην Ελλάδα», δηλώνει στο Αθηναϊκό–Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, υπογραμμίζοντας ότι στόχος είναι οι εργαζόμενοι να μη φτάνουν μέσω παράτυπων διαδρομών, αλλά με νόμιμο και ελεγχόμενο τρόπο. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς η ανεξέλεγκτη μετακίνηση εργατικού δυναμικού αποτελεί χρόνιο πρόβλημα για τον αγροτικό τομέα.
Η Αίγυπτος αντιμετωπίζεται από την ελληνική πλευρά ως μία σημαντική δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού. Με πληθυσμό που υπερβαίνει τα 110 εκατομμύρια κατοίκους και υψηλό ποσοστό νέων, η χώρα εμφανίζει έντονο ενδιαφέρον για νόμιμη απασχόληση στο εξωτερικό. Για τους ίδιους τους εργάτες, η Ελλάδα αποτελεί ελκυστικό προορισμό, καθώς τα ημερομίσθια στον ελληνικό αγροτικό τομέα είναι σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα στην Αίγυπτο. Αυτή η αμοιβαία συμφέρουσα σχέση αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της συμφωνίας.
Ωστόσο, ένα από τα πιο πρωτότυπα χαρακτηριστικά του σχεδιασμού είναι η ευελιξία που προβλέπεται για τους εργάτες. Σύμφωνα με τον Γιαννακάκη, δεν πρόκειται για σταθερή τοποθέτηση σε μία περιοχή, αλλά για δυνατότητα μετακίνησης ανάλογα με την εποχή και τις ανάγκες της παραγωγής. Ένας εργάτης μπορεί να απασχοληθεί αρχικά σε καλλιέργειες στη Μακεδονία και στη συνέχεια να μετακινηθεί σε άλλη περιοχή, ακολουθώντας τον κύκλο των καλλιεργητικών αναγκών. Αυτό το χαρακτηριστικό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, όπου οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό μεταβάλλονται εποχικά και γεωγραφικά.
Τι ακολουθεί: Επόμενα βήματα
Το επόμενο κρίσιμο στάδιο είναι η ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης των 150 υποψηφίων που έχουν ήδη υποβληθεί. Η ελληνική πρεσβεία στο Κάιρο αναλαμβάνει τον έλεγχο των υποψηφίων και τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων, ενώ οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις έχουν ήδη επεξεργαστεί τις πρώτες εγκρίσεις. Εφόσον η αρχική φάση αποδειχθεί επιτυχημένη, το πλαίσιο προβλέπει δυνατότητα επέκτασης πέραν των 5.000 εργατών, ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες της αγροτικής παραγωγής και τον αριθμό των εργοδοτών που θα εκδηλώσουν ενδιαφέρον στη συνέχεια.




