Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο δύο νέων ερευνών που φωτίζουν τόσο το σήμερα όσο και το αύριο των εργαζομένων. Το Cedefop, ο ευρωπαϊκός οργανισμός με έδρα τη Θεσσαλονίκη, δημοσίευσε τις νέες προβλέψεις του για την απασχόληση έως το 2035, ενώ το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ) κατέγραψε σε έκθεσή του την εντατικοποίηση της εργασίας και τις χαμηλές αμοιβές που επικρατούν στη χώρα. Οι δύο μελέτες συνθέτουν μια εικόνα για το πού βρίσκεται σήμερα η ελληνική αγορά εργασίας και προς τα πού οδεύει τα επόμενα χρόνια.
Τέσσερις τάσεις θα διαμορφώσουν το μέλλον της αγοράς εργασίας
Ο δρ Ηλίας Λιβανός, εμπειρογνώμων του Cedefop, παρουσίασε τις τέσσερις κυρίαρχες τάσεις που αναμένεται να δώσουν τον ρυθμό στην ελληνική αγορά εργασίας ως το 2035: το δημογραφικό, την πράσινη μετάβαση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την «οικονομία της εμπειρίας». Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η συνολική απασχόληση στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα παρουσιάσει στασιμότητα έως τότε, με περίπου εννέα στις δέκα θέσεις εργασίας να αφορούν τη λεγόμενη «ζήτηση αντικατάστασης», δηλαδή τις θέσεις όσων θα αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης, θανάτου ή αλλαγής επαγγέλματος.
Το 2035 έχει ήδη χαρακτηριστεί ως το έτος της «Μεγάλης Συνταξιοδότησης», καθώς έως τότε θα έχει αποχωρήσει από την αγορά εργασίας ολόκληρη η γενιά των baby boomers, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1946 και 1964. Το δημογραφικό αυτό δεδομένο αναμένεται να επηρεάσει την αγορά εργασίας σε τρία επίπεδα. Πρώτον, θα αυξηθεί η ανάγκη για προσωπικό φροντίδας ηλικιωμένων, με τις νέες θέσεις στην υγεία και την κοινωνική φροντίδα να αυξάνονται κατά 10% και τις θέσεις προσωπικής φροντίδας να εκτοξεύονται κατά 44%. Δεύτερον, θα ενισχυθεί η ζήτηση για συμβουλευτική υποστήριξη συνταξιούχων, με τις θέσεις σε προσωπικές υπηρεσίες να αντιστοιχούν στο 12,5% της συνολικής ζήτησης αντικατάστασης. Παράλληλα, οι νέες θέσεις για εκπαιδευτικούς αναμένεται να καλύψουν το 6% της ζήτησης αντικατάστασης, ενώ σε τεχνικούς και βοηθούς υγείας προβλέπεται μείωση της συνολικής απασχόλησης, σε συνδυασμό με αυξημένη ανάγκη επανακατάρτισης του υπάρχοντος προσωπικού.

Μακρές ώρες εργασίας και χαμηλές αμοιβές σήμερα
Παράλληλα με τις προβλέψεις για το μέλλον, η έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αποτυπώνει μια πιο δύσκολη εικόνα για το σήμερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 11,6% των εργαζομένων στην Ελλάδα εργάζεται 49 ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα στην κύρια εργασία του, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο μέσος όρος των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας στην Ελλάδα ανέρχεται σε 41 ώρες, έναντι 37,7 ωρών στην ΕΕ, ενώ στον κλάδο τουρισμού και εστίασης οι ώρες εργασίας φτάνουν τις 43,1 εβδομαδιαίως, περίπου οκτώ ώρες περισσότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας δεν πάσχει μόνο από χαμηλές αμοιβές, αλλά και από εντατικοποίηση της εργασίας, με βασικό αίτιο τις πολλές ώρες που δηλώνουν οι αυτοαπασχολούμενοι, οι οποίοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,2 ώρες την εβδομάδα, έναντι 41,9 ωρών στην ΕΕ. Αντίθετα, οι μισθωτοί εμφανίζουν καλύτερη εικόνα, με 39,1 ώρες εβδομαδιαίως, ξεπερνώντας τις επιδόσεις τόσο των Βαλκανίων όσο και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,6% του συνόλου των εργαζομένων, οι ώρες εργασίας για τους απασχολούμενους πλήρους ωραρίου έφτασαν τις 43,3 την εβδομάδα το 2025, ενώ στη μεταποίηση διαμορφώθηκαν στις 41,7 ώρες.
Η επανακατάρτιση ως «κλειδί» για τη μετάβαση
Οι δύο έρευνες, αν και εξετάζουν διαφορετικά ζητήματα, συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται σε φάση μετάβασης. Ο δρ Λιβανός τονίζει ότι η επανακατάρτιση θα αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο για τους εργαζομένους της επόμενης δεκαετίας, καθώς οι νέες τεχνολογικές και δημογραφικές συνθήκες θα απαιτήσουν διαφορετικές δεξιότητες από αυτές που ζητούνται σήμερα. Οι τομείς της υγείας, της φροντίδας ηλικιωμένων και των προσωπικών υπηρεσιών αναδεικνύονται ως οι μεγάλοι κερδισμένοι της επόμενης δεκαετίας, ενώ κλάδοι όπως η τεχνική υποστήριξη θα χρειαστεί να προσαρμοστούν μέσω αναβάθμισης δεξιοτήτων.
Ταυτόχρονα, τα ευρήματα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπενθυμίζουν ότι πολλά από τα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι ήδη υπαρκτά. Η υψηλή συγκέντρωση εργαζομένων σε κλάδους με μακρές ώρες εργασίας, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και το εμπόριο, δείχνει πως η ανάγκη για αναδιάρθρωση δεν αφορά μόνο το μέλλον αλλά και το παρόν. Οι δύο εκθέσεις, της Cedefop και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, αναμένεται να τροφοδοτήσουν τη δημόσια συζήτηση για τον σχεδιασμό πολιτικών κατάρτισης και για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην Ελλάδα.




