Τέσσερα άτομα ταυτοποιήθηκαν από τις ελληνικές αρχές για συμμετοχή σε υπόθεση διασυνοριακής απάτης ΦΠΑ τύπου carousel, με το παράνομο περιουσιακό όφελος να εκτιμάται σε τουλάχιστον 46,9 εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για δύο επιχειρηματίες, ηλικίας 51 και 52 ετών, και δύο λογιστές, ηλικίας 51 και 55 ετών. Την υπόθεση διερευνά η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας, υπό την εποπτεία του Ελληνικού Γραφείου Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων. Στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που έχει καταγραφεί έως σήμερα σε εθνικό επίπεδο.
Διαβάστε επίσης: Η απάτη ΦΠΑ 46,9 εκατ. ευρώ: Ταυτοποιήθηκαν τέσσερις ύποπτοι
Το δίκτυο εταιρειών και ο τρόπος δράσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τουλάχιστον από το 2021 έως το 2025 είχε στηθεί ένα σύνθετο δίκτυο εταιρειών, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνταν στις αγοραπωλησίες ηλεκτρονικών ειδών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς όμως να αποδίδουν τον αναλογούντα ΦΠΑ. Παράλληλα, φέρονται να υπέβαλλαν αιτήματα επιστροφής φόρου που ποτέ δεν είχε καταβληθεί, στήνοντας έτσι έναν μηχανισμό συστηματικής φοροδιαφυγής σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές των εταιρειών, σε συνεργασία με τους λογιστές, πραγματοποιούσαν μεγάλο αριθμό συναλλαγών με εικονικές εταιρείες που δεν ασκούσαν καμία πραγματική εμπορική δραστηριότητα. Οι εταιρείες αυτές είχαν συσταθεί αποκλειστικά για να συγκεντρώνουν την υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ, χωρίς ποτέ να τον αποδίδουν στο κράτος, μια τεχνική γνωστή διεθνώς ως μοντέλο του «εξαφανισμένου εμπόρου». Μέσω αυτής της μεθόδου, οι εμπλεκόμενοι είτε πραγματοποιούσαν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις χωρίς την καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ είτε λάμβαναν εικονικά φορολογικά στοιχεία, με στόχο την τεχνητή εξισορρόπηση του χρεωστικού ΦΠΑ και τη μείωση ή πλήρη αποφυγή της απόδοσής του.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκτιμά ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος από τη μη απόδοση ενδοκοινοτικού ΦΠΑ ανέρχεται σε τουλάχιστον 46,9 εκατομμύρια ευρώ. Οι αρχές εντόπισαν επιπλέον ενδείξεις ότι ΦΠΑ συνολικού ύψους 24,2 εκατομμυρίων ευρώ είτε δεν αποδόθηκε είτε αποδόθηκε ανακριβώς ή συμψηφίστηκε παράνομα, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στα δημόσια ταμεία.
Κατασχέσεις χρημάτων, οχημάτων και κρυπτονομισμάτων
Οι αρχές πραγματοποίησαν έρευνες στις κατοικίες των εμπλεκομένων, καθώς και στις έδρες των εταιρειών που φέρονται να συμμετείχαν στο κύκλωμα. Κατά τη διάρκεια των ερευνών κατασχέθηκαν ηλεκτρονικές συσκευές, ψηφιακά δεδομένα με λογιστικά στοιχεία και εταιρικά έγγραφα, το χρηματικό ποσό των 99.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και τρία αυτοκίνητα.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας έπαιξε η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ), η οποία εφάρμοσε εξειδικευμένες μεθόδους ψηφιακής εγκληματολογίας και προηγμένες τεχνικές για να ξεπεράσει σύνθετα ψηφιακά εμπόδια που είχαν στήσει οι εμπλεκόμενοι. Χάρη σε αυτές τις τεχνικές, οι αρμόδιες υπηρεσίες εντόπισαν, απέκτησαν πρόσβαση και προχώρησαν στη δέσμευση κρυπτονομισμάτων αξίας περίπου 900.000 ευρώ, μαζί με άλλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων ως τη μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί έως σήμερα σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που αναδεικνύει την αναβαθμισμένη ικανότητα των ελληνικών αρχών να αντιμετωπίζουν σύγχρονες μορφές οικονομικού εγκλήματος.
Η υπόθεση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας των ελληνικών αρχών με το Ελληνικό Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, ενισχύοντας τη διασυνοριακή συνεργασία στην καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προκαταρκτική εξέταση συνεχίζεται, με τις αρχές να διερευνούν το πλήρες εύρος του δικτύου εταιρειών που εμπλέκονται στην υπόθεση.




