Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα κατέγραψε σημαντική αποκλιμάκωση τον Ιούλιο, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, ωστόσο οι τιμές σε τρόφιμα, ενοίκια και ενέργεια παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Η εξέλιξη έρχεται ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τη στιγμή που η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδείξει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους ως απόδειξη της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Παράλληλα, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή διατηρεί την αβεβαιότητα γύρω από τις τιμές των καυσίμων. Το ερώτημα που απασχολεί πλέον αναλυτές και νοικοκυριά είναι αν πρόκειται για μόνιμη τάση αποκλιμάκωσης ή για προσωρινό «φρένο».
Η αποκλιμάκωση στα στοιχεία και οι επίμονες πιέσεις
Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε τον Ιούλιο στο 2,7%, από 3,9% τον Ιούνιο, σημειώνοντας μία από τις μεγαλύτερες αποκλιμακώσεις σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Για πρώτη φορά μετά από αρκετούς μήνες, ο ελληνικός δείκτης βρέθηκε χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,9%. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, όπου ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή υποχώρησε τον Ιούνιο στο 4,4%, από 5,2% τον Μάιο.
Ωστόσο, η αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν σημαίνει ότι η ακρίβεια υποχωρεί. Ο πληθωρισμός μετρά την ταχύτητα με την οποία ανεβαίνουν οι τιμές και όχι το ύψος τους, με αποτέλεσμα οι μεγάλες ανατιμήσεις της τελευταίας πενταετίας να συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται στη στέγαση, στην ενέργεια, στις μεταφορές, στην εστίαση και σε μεγάλο μέρος των υπηρεσιών, τομείς που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Οι προβλέψεις των οργανισμών και τα αίτια της ακρίβειας
Παρά το θετικό πρόσημο του Ιουλίου, οι επίσημοι οργανισμοί δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού για το επόμενο διάστημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο μέσος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, με τον εναρμονισμένο δείκτη να κινείται στο 3,7%, πριν αποκλιμακωθεί στο 2,5% το 2027. Αντίστοιχη είναι και η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που κάνει λόγο για πληθωρισμό 3,7% το 2026, ενώ ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται ακόμη πιο επιφυλακτικός στις προβλέψεις του.
Οι αιτίες του τρέχοντος πληθωρισμού, όπως επισημαίνεται, δεν συνδέονται με υπερθέρμανση της ζήτησης αλλά με προβλήματα στην πλευρά της προσφοράς. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, το κόστος μεταφοράς παραγωγής βασικών αγαθών και οι ανατιμήσεις ενεργειακών προϊόντων θεωρούνται βασικοί παράγοντες πίεσης. Σε αυτό προστίθεται και η δυνατότητα μεγάλων επιχειρήσεων να μετακυλούν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, εκμεταλλευόμενες τη δεσπόζουσα θέση τους σε αγαθά πρώτης ανάγκης.
Ακριβώς επειδή πρόκειται για πληθωρισμό κόστους και όχι ζήτησης, η συσταλτική νομισματική πολιτική και η αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θεωρούνται αποτελεσματικό εργαλείο αντιμετώπισής του. Αντίθετα, μια τέτοια πολιτική μπορεί να περιορίσει τις επενδύσεις και την προσφορά αγαθών, οδηγώντας σε στασιμοπληθωρισμό. Η ίδια η ΕΚΤ φαίνεται να έχει επίγνωση του κινδύνου αυτού, γι’ αυτό και εμφανίζεται διστακτική στο ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων αναφοράς.




