Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα ξεπέρασε για πρώτη φορά το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με έκθεση της Alpha Bank. Παράλληλα, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνεχίζει την ανοδική του πορεία, ωστόσο η αποταμίευση παραμένει αρνητική και ο τραπεζικός δανεισμός ενισχύεται. Η εικόνα αυτή περιγράφεται στη μελέτη «Εισόδημα και Πλούτος: Η Οικονομική Θέση των Ελληνικών Νοικοκυριών έναντι της Ευρωζώνης», η οποία περιλαμβάνεται στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων Αυγούστου της τράπεζας.
Διαβάστε επίσης: Έληξε ο συναγερμός στα Κύθηρα: Σώοι οι δύο επιβαίνοντες
Η άνοδος του εισοδήματος και του πλούτου των νοικοκυριών
Σύμφωνα με την έκθεση, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών βρίσκεται σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία, με την τάση αυτή να συνεχίζεται και το πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν καταγράφηκε αύξηση 3,2% σε ετήσια βάση. Η αύξηση αυτή ξεπέρασε τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3%, γεγονός που συνέβαλε στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των εισοδηματικών απωλειών που είχαν καταγραφεί την περίοδο 2022-2023. Βασικοί μοχλοί της ενίσχυσης υπήρξαν οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 4,3%, και το εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων, το οποίο ενισχύθηκε κατά 6%. Θετική, αν και μικρότερης έντασης, ήταν και η συμβολή του εισοδήματος από περιουσία.
Στο σκέλος του καθαρού πλούτου, τα στοιχεία της Alpha Bank είναι εντυπωσιακά. Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών κατέγραψε σωρευτική αύξηση 19%, ή αλλιώς 161 δισεκατομμύρια ευρώ, κατά τη διετία 2024-2025, φτάνοντας έτσι να ξεπερνά το 1 τρισ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο του 2025. Η ενίσχυση αυτή προήλθε τόσο από τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού όσο και από τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, με την άνοδο των τιμών των ακινήτων να παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.

Η αρνητική αποταμίευση και ο αυξανόμενος δανεισμός
Παρά τη θετική εικόνα στο εισόδημα και στον πλούτο, η μελέτη της Alpha Bank ξεκαθαρίζει ότι η αποταμίευση των νοικοκυριών παρέμεινε αρνητική, διαμορφούμενη περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, κάτι που σημαίνει ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές και όχι αποκλειστικά από τρέχοντα εισοδήματα. Η έκθεση εντοπίζει δύο βασικές αιτίες πίσω από αυτό το φαινόμενο.
Η πρώτη αφορά την αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που είχαν συσσωρευτεί κατά την περίοδο της πανδημίας, οι οποίες φαίνεται να αναλώνονται σταδιακά για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών. Η δεύτερη αιτία εντοπίζεται στον τραπεζικό δανεισμό, ο οποίος «φουσκώνει» παράλληλα με την αύξηση της κατανάλωσης. Το συμπέρασμα της Alpha Bank είναι σαφές: τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζονται πλουσιότερα «στα χαρτιά», χάρη στην άνοδο της αξίας των ακινήτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων τους, όμως στην καθημερινή πράξη παραμένουν πιεσμένα από την ακρίβεια, αναγκαζόμενα να καταφεύγουν σε αποταμιεύσεις και δανεισμό για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια τα δύο πρόσωπα της οικονομίας των ελληνικών νοικοκυριών σήμερα. Από τη μία πλευρά, η αξία της περιουσίας τους διογκώνεται, κυρίως λόγω της ανόδου των ακινήτων και της βελτίωσης των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού. Από την άλλη, η καθημερινή ρευστότητα παραμένει περιορισμένη, με αποτέλεσμα η κατανάλωση να στηρίζεται σε πηγές πέραν του τρέχοντος εισοδήματος. Η Alpha Bank καταγράφει έτσι μια οικονομία σε μεταβατική φάση, όπου η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν έχει ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε ανακούφιση για τα νοικοκυριά.




