Η Γερουσία των ΗΠΑ ενέκρινε νέες σαρωτικές κυρώσεις στη Ρωσία, μια απόφαση που χαιρέτισε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε την εξάρθρωση ενός δικτύου ανταλλακτηρίων συναλλάγματος που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, χρησιμοποιούσε το Ιράν για να παρακάμπτει τις διεθνείς κυρώσεις. Οι δύο ανακοινώσεις έγιναν γνωστές στις 7 Αυγούστου 2026 και εντάσσονται στη σκληρότερη γραμμή που ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ απέναντι στη Μόσχα και την Τεχεράνη.
Διαβάστε επίσης: Η Γερουσία ΗΠΑ ενέκρινε νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας
Οι νέες κυρώσεις στη Ρωσία και το πλήγμα στο Ιράν
Το νομοσχέδιο για τις νέες κυρώσεις στη Ρωσία είχε προωθηθεί από τον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος απεβίωσε αιφνιδίως τον προηγούμενο μήνα. Το μέτρο, γνωστό πλέον ως Νόμος Γκράχαμ, στοχεύει στον περιορισμό των εσόδων που αντλεί η Ρωσία από τις εξαγωγές ενέργειας, με στόχο τη μείωση των πόρων που τροφοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η έγκρισή του από τη Γερουσία έρχεται αμέσως μετά την υιοθέτηση του 21ου πακέτου κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εις βάρος της Ρωσίας, διαμορφώνοντας ένα συντονισμένο μέτωπο πίεσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την ίδια ημέρα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών προχώρησε σε ξεχωριστή ανακοίνωση για το Ιράν. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου, Τόμι Πίγκοτ, γνωστοποίησε ότι το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έλαβε μέτρα κατά ενός δικτύου «παράνομων» ανταλλακτηρίων συναλλάγματος και εικονικών εταιρειών, χωρίς ωστόσο να κατονομάσει συγκεκριμένες εταιρείες ή οργανισμούς. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, το δίκτυο αυτό είχε διοχετεύσει μυστικά εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια προς την Τεχεράνη, επιτρέποντάς της να παρακάμπτει τους αυστηρούς χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς που έχουν επιβληθεί εις βάρος της.

Οι δηλώσεις φον ντερ Λάιεν και η πολιτική «μέγιστης πίεσης»
Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι η έγκριση του Νόμου Γκράχαμ τιμά έναν πολιτικό που πίστευε βαθιά στη δύναμη των συντονισμένων κυρώσεων για την αποδυνάμωση του ρωσικού πολεμικού μηχανισμού. Η ίδια σημείωσε ότι το μέτρο καλύπτει «από τους Ρώσους ολιγάρχες μέχρι τις ενεργειακές εξαγωγές και τον σκιώδη στόλο», υπογραμμίζοντας το εύρος των στόχων του νόμου. Η πρόεδρος της Κομισιόν κάλεσε την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες να «στερέψουν» από κοινού τα μέσα που διαθέτει η Ρωσία για να συνεχίσει έναν πόλεμο που, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να κερδίσει, τονίζοντας ότι οι δύο πλευρές μπορούν και πάλι να αποδείξουν τι πετυχαίνουν όταν ενεργούν από κοινού.
Στο μέτωπο του Ιράν, ο Τόμι Πίγκοτ δήλωσε ότι η ενέργεια κατά του δικτύου ανταλλακτηρίων επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη πολιτική «μέγιστης πίεσης» της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στην Τεχεράνη. Ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε ότι στόχος είναι να περιοριστούν οι πόροι που το ιρανικό καθεστώς χρησιμοποιεί για να απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα, να στηρίζει συμμαχικές οργανώσεις στη Μέση Ανατολή και να ενισχύει τις στρατιωτικές του δυνατότητες. Η Ουάσιγκτον έχει κατηγορήσει επανειλημμένα την Τεχεράνη ότι χρησιμοποιεί πολύπλοκα οικονομικά δίκτυα και εταιρείες-βιτρίνες για να εξασφαλίζει χρηματοδότηση, ενώ το Ιράν έχει απορρίψει στο παρελθόν αντίστοιχες κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές κυρώσεις αποτελούν εργαλείο οικονομικής πίεσης και προσπάθεια περιορισμού της κυριαρχίας του.
Τεταμένες σχέσεις και συνέχιση της πίεσης
Οι σχέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν παραμένουν έντονα τεταμένες, με τις κυρώσεις να αποτελούν βασικό εργαλείο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην ιρανική κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, η κοινή γραμμή Ουάσιγκτον και Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Μόσχα δείχνει να ενισχύεται, καθώς οι νέες κυρώσεις στη Ρωσία προστίθενται σε μια σειρά μέτρων που στοχεύουν στην αποδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας πολέμου. Οι δύο ξεχωριστές ανακοινώσεις της ίδιας ημέρας καταδεικνύουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιλέγει να ασκεί ταυτόχρονη οικονομική πίεση σε δύο διαφορετικά μέτωπα, τόσο στην Ανατολική Ευρώπη όσο και στη Μέση Ανατολή.




