Η αναζήτηση εργασίας το 2026 έχει μετατραπεί σε μια διαδικασία γεμάτη καχυποψία, καθώς όλο και περισσότερες εταιρείες στρέφονται σε προσλήψεις μέσω τεχνητής νοημοσύνης για να διαχειριστούν τον τεράστιο όγκο βιογραφικών που λαμβάνουν. Υποψήφιοι και εργοδότες έχουν εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας, με τους πρώτους να καταγγέλλουν διακρίσεις από chatbots και ψεύτικες αγγελίες, ενώ οι δεύτεροι αμφιβάλλουν πλέον για το κατά πόσο πίσω από κάθε αίτηση κρύβεται πραγματικό ενδιαφέρον. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε πρόσφατο ρεπορτάζ του Axios, το οποίο αναλύει πώς η αυτοματοποίηση άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αναζητούν και προσφέρουν δουλειά εκατομμύρια άνθρωποι.
Πώς λειτουργεί ο φαύλος κύκλος στις προσλήψεις μέσω AI
Η διαδικασία εύρεσης εργασίας πλέον περιλαμβάνει συνεντεύξεις με ρομπότ, απορρίψεις από αλγορίθμους που μπορεί να ακολουθούν έναν υποψήφιο από εταιρεία σε εταιρεία, καθώς και έναν πολύ μεγαλύτερο όγκο αιτήσεων απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η ευκολία της υποβολής αιτήσεων μέσω AI εργαλείων οδηγεί τους υποψηφίους στη λογική «δεν χάνω τίποτα», με αποτέλεσμα ο αριθμός των αιτήσεων να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Αυτό αναγκάζει τις εταιρείες να καταφεύγουν ακόμη περισσότερο σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης προκειμένου να διαχειριστούν τον όγκο, κάτι που με τη σειρά του πολλαπλασιάζει τις αυτοματοποιημένες απορρίψεις.
Το αποτέλεσμα είναι μια αμοιβαία κρίση εμπιστοσύνης που βαθαίνει όσο περισσότερο και οι δύο πλευρές καταφεύγουν σε αυτοματισμούς. Οι υποψήφιοι καταγγέλλουν διακρίσεις από τα chatbots που διεξάγουν πρώτες συνεντεύξεις, εξαπάτηση μέσω των λεγόμενων «ghost jobs» -δηλαδή αγγελιών που στην πραγματικότητα δεν οδηγούν πουθενά- και χαμένες ευκαιρίες να αξιολογηθούν από ανθρώπους με κριτήρια προσαρμοσμένα στη συγκεκριμένη θέση. Από την άλλη πλευρά, οι εργοδότες δεν εμπιστεύονται πια ότι πίσω από κάθε αίτηση βρίσκεται ένας υποψήφιος που πραγματικά ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη δουλειά, δεδομένου του όγκου αιτήσεων που δημιουργεί η ίδια η αυτοματοποίηση.
«Συστημικός κυνισμός» και αμφισβήτηση στα δικαστήρια
Ο Gorick Ng, σύμβουλος καριέρας στο Harvard, περιγράφει στο Axios το φαινόμενο ως έναν «συστημικό κυνισμό». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υποψήφιοι θεωρούν πλέον εκ των προτέρων πως κάθε αγγελία εργασίας είναι ψεύτικη, κάθε απόρριψη είναι αυτοματοποιημένη και κάθε βιντεοσυνέντευξη που ηχογραφούν πάει χαμένη, αφού πιστεύουν ότι δεν θα τη δει ποτέ ανθρώπινο μάτι. Αυτή η αντίληψη δημιουργεί γρήγορα μια αίσθηση «μαύρης τρύπας», όπου καταλήγει κάθε προσπάθεια εύρεσης εργασίας χωρίς καμία ανατροφοδότηση.
Η τεχνολογία που υποτίθεται πως θα επιτάχυνε τις προσλήψεις μέσω τεχνητής νοημοσύνης και θα τις έκανε πιο αντικειμενικές φαίνεται τελικά να τροφοδοτεί την ίδια τη δυσπιστία που καλείται να λύσει. Τα συστήματα αυτά κατηγορούνται ότι αναπαράγουν προκαταλήψεις και μεροληψία μέσα από τις μαζικές αξιολογήσεις βιογραφικών, εντείνοντας παράλληλα την αίσθηση αδιαφάνειας που νιώθουν οι υποψήφιοι απέναντι στη διαδικασία. Το τελευταίο διάστημα έχει καταγραφεί κύμα αγωγών σε δικαστήρια των ΗΠΑ, με πολίτες να αμφισβητούν τη δικαιοσύνη αυτών των αλγοριθμικών συστημάτων. Χαρακτηριστική είναι η αγωγή εναντίον της εταιρείας Eightfold AI, όπου οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι μια αρνητική αξιολόγηση από τον αλγόριθμο μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία μιας αίτησης, χωρίς επαρκή ανθρώπινο έλεγχο.
Η κατάσταση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα στη σχέση ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζομένους, καθώς και οι δύο πλευρές φαίνεται να παγιδεύονται σε μια λογική αμοιβαίας καχυποψίας που τροφοδοτείται από την ίδια την τεχνολογία που υποτίθεται πως θα τους διευκόλυνε. Όσο οι προσλήψεις μέσω τεχνητής νοημοσύνης επεκτείνονται σε περισσότερες εταιρείες, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο λειτουργίας αυτών των συστημάτων, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη που έχει διαρραγεί και από τις δύο πλευρές της αγοράς εργασίας.




