Μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη φορολογική διαμάχη έφτασε στα χέρια της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), αφού ο ιδιοκτήτης ενός πάρκινγκ στα Χανιά κλήθηκε να πληρώσει πρόστιμο ύψους 11.200 ευρώ. Ο επιχειρηματίας, ο οποίος βρισκόταν προφυλακισμένος κατά τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου, επικαλέστηκε ανωτέρα βία, υποστηρίζοντας ότι το Smart POS της επιχείρησής του είχε κατασχεθεί από την Ελληνική Αστυνομία. Ωστόσο, τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι ελεγκτικές αρχές διέψευσαν εν μέρει τον ισχυρισμό του, καθώς η επιχείρηση συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά, με άλλα δύο τερματικά POS δηλωμένα στο σύστημα.
Ο έλεγχος της ΥΕΔΔΕ στα Χανιά
Η υπόθεση ξεκίνησε στις 1η Νοεμβρίου 2025, όταν συνεργείο της ΥΕΔΔΕ Αττικής πραγματοποίησε αιφνιδιαστικό έλεγχο στον χώρο στάθμευσης. Οι ελεγκτές συνέκριναν τα οχήματα που βρίσκονταν εντός του πάρκινγκ με τις καταχωρίσεις στο Ψηφιακό Πελατολόγιο της ΑΑΔΕ, εντοπίζοντας σοβαρές αποκλίσεις. Ο υπάλληλος που βρισκόταν επιτόπου εξήγησε στους ελεγκτές πως η εφαρμογή δεν ενημερωνόταν, καθώς ο ιδιοκτήτης τελούσε υπό προσωρινή κράτηση. Συνολικά εντοπίστηκαν 12 οχήματα που είχαν εισέλθει χωρίς να δηλωθεί η άφιξή τους, γεγονός που οδήγησε σε πρόστιμο 100 ευρώ ανά παράβαση, δηλαδή 1.200 ευρώ συνολικά.
Το μεγαλύτερο πλήγμα, όμως, ήρθε από τη δεύτερη διαπίστωση. Όταν οι ελεγκτές ζήτησαν να πραγματοποιηθεί δοκιμαστική ηλεκτρονική συναλλαγή για να ελέγξουν τη διασύνδεση του POS με τον φορολογικό μηχανισμό, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο EFT/POS στον χώρο. Η απουσία της υποχρεωτικής διασύνδεσης στοίχισε επιπλέον 10.000 ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό πρόστιμο στα 11.200 ευρώ.
Η προσφυγή στη ΔΕΔ και το επιχείρημα της ανωτέρας βίας
Ο ιδιοκτήτης προσέφυγε στη ΔΕΔ, επικαλούμενος αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Smart POS της επιχείρησης είχε κατασχεθεί από την Ελληνική Αστυνομία στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, κατά τη διάρκεια της οποίας συνελήφθη και οδηγήθηκε σε προσωρινή κράτηση. Όπως ισχυρίστηκε, από τη φυλακή δεν είχε καμία δυνατότητα να προμηθευτεί νέο τερματικό ή να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες της επιχείρησης.
Το πάρκινγκ, κατά τη διάρκεια της κράτησής του, είχε περάσει στα χέρια ενός αλλοδαπού υπαλλήλου, ο οποίος, σύμφωνα με την προσφυγή, δεν διέθετε ούτε εξουσιοδότηση για να συνάψει νέα τραπεζική σύμβαση, ούτε γνώση της διαδικασίας χρήσης του Ψηφιακού Πελατολογίου, ούτε καν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας. Με βάση αυτά τα στοιχεία, ο επιχειρηματίας υποστήριξε ότι οι παραβάσεις δεν προέκυψαν από αμέλεια, αλλά από πραγματική και αντικειμενική αδυναμία λειτουργίας υπό αυτές τις συνθήκες. Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, προσκόμισε επίσημη έκθεση της Ελληνικής Αστυνομίας, στην οποία καταγραφόταν η κατάσχεση μίας συσκευής τύπου Smart POS Terminal.
Τι αποκάλυψε το Μητρώο Μέσων Πληρωμών
Η ΔΕΔ, ωστόσο, δεν αρκέστηκε στην έκθεση της αστυνομίας και προχώρησε σε διασταύρωση με το Μητρώο Μέσων Πληρωμών. Εκεί προέκυψε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που παρουσίαζε η προσφυγή. Η επιχείρηση εμφανιζόταν να διαθέτει συνολικά τρία softPOS, και όχι μόνο τη μία συσκευή που είχε κατασχεθεί. Πέραν του κατασχεθέντος τερματικού, υπήρχαν δύο ακόμη ενεργά POS, για τα οποία είχαν ήδη συναφθεί κανονικές συμβάσεις με τράπεζα. Το γεγονός αυτό αποδυνάμωσε σημαντικά το επιχείρημα περί πλήρους αδυναμίας λειτουργίας, αφού η επιχείρηση διέθετε εναλλακτικά μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί για τη διασύνδεση με τον φορολογικό μηχανισμό. Η υπόθεση αναδεικνύει πόσο κρίσιμη είναι η πλήρης τεκμηρίωση όταν μια επιχείρηση επικαλείται λόγους ανωτέρας βίας απέναντι στις φορολογικές της υποχρεώσεις, καθώς μια μερική ή ελλιπής εικόνα μπορεί τελικά να αποβεί εις βάρος του φορολογούμενου.




