Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τη φορολογία στην Ελλάδα, με αιχμή τις 1.236 φοροαπαλλαγές, τη φορολογία του diesel και την ενέργεια. Στην έκθεση συστάσεων του 2026 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν τις καλές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας, αλλά παράλληλα εντοπίζουν σειρά στρεβλώσεων που χρήζουν αντιμετώπισης. Το κείμενο δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, περιγράφει όμως με σαφήνεια τα πεδία όπου θα μπορούσαν να γίνουν παρεμβάσεις το προσεχές διάστημα.
Τι εγινε: Φοροαπαλλαγές, diesel και φοροδιαφυγή στο μικροσκόπιο
Το βασικό εύρημα της έκθεσης αφορά τις φορολογικές δαπάνες. Σύμφωνα με την Κομισιόν, το 2025 ίσχυαν 1.236 διαφορετικές φοροαπαλλαγές και ειδικές φορολογικές εξαιρέσεις, με εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος 22,88 δισ. ευρώ για το 2024. Οι σημαντικότερες από αυτές αφορούν απαλλαγές για πρώτη κατοικία, φοροαπαλλαγές ενοικίων, φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, φορολογία επιχειρήσεων, μειωμένο ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Αξιοσημείωτη είναι η εξέλιξη μέσα σε μία δεκαετία: το συνολικό κόστος των φοροαπαλλαγών εκτοξεύτηκε από 3 δισ. ευρώ το 2014 στα 22,9 δισ. ευρώ σήμερα, καταγράφοντας πολλαπλάσια αύξηση.
Η Επιτροπή επισημαίνει ρητά ότι «η Ελλάδα χάνει σημαντικά έσοδα λόγω των φορολογικών δαπανών» και τονίζει ότι «δεν υπάρχει επίσημος μηχανισμός για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους». Ειδική αναφορά γίνεται σε απαλλαγές που «επιβαρύνουν» τη λειτουργία του φόρου, όπως αυτές στην ιδιωτική εκπαίδευση και στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Οι Βρυξέλλες εισηγούνται την επανεξέταση και τον εξορθολογισμό του συνόλου των εξαιρέσεων, με ενδεχόμενη κατάργηση όσων κρίνονται αναποτελεσματικές. Παράλληλα, στρέφουν την προσοχή τους στην ενεργειακή φορολογία, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα εφαρμόζει χαμηλότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης σε σχέση με τη βενζίνη, παρά το υψηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα του diesel.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη φοροδιαφυγή. Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι «το χάσμα συμμόρφωσης στον ΦΠΑ μειώθηκε σημαντικά», ωστόσο τονίζει ότι η εικόνα παραμένει ανομοιόμορφη. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στους αυτοαπασχολούμενους και στα μη στεγασμένα τεχνικά επαγγέλματα: «η φοροδιαφυγή στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα», κυρίως σε δραστηριότητες με συναλλαγές σε μετρητά και περιορισμένη καταγραφή, εκτός επαγγελματικής εγκατάστασης, χωρίς POS.
Αντιδράσεις και πλαίσιο: Εύσημα για τα πλεονάσματα, ανοιχτά μέτωπα
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει ταυτόχρονα ψήφο εμπιστοσύνης στις δημοσιονομικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, αναγνωρίζοντας τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια σε επίπεδο πλεονασμάτων, δημόσιου χρέους και μακροοικονομικής σταθερότητας. Ωστόσο, ζητά τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την αυστηρή τήρηση των ανώτατων ορίων δαπανών έως το 2028. Υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών θα πρέπει να συμβαδίζει με συνετές δημοσιονομικές πολιτικές, ενώ τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών οφείλουν να παραμένουν προσωρινά και απολύτως στοχευμένα.
Η προσέγγιση των Βρυξελλών για τις φοροαπαλλαγές βρίσκεται σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις θέσεις του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ, της Τράπεζας της Ελλάδος και του ΙΟΒΕ. Όλοι αυτοί οι φορείς έχουν επισημάνει επανειλημμένα ότι η συνεχής διεύρυνση των εξαιρέσεων περιορίζει τα φορολογικά έσοδα και αυξάνει την πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος. Ταυτόχρονα, η Κομισιόν αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι θα πρέπει να εξεταστεί η αναπροσαρμογή του φορολογικού καθεστώτος του diesel, σε συνδυασμό με τη σταδιακή κατάργηση επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να ενισχυθούν τα κίνητρα για την ηλεκτροκίνηση και την πράσινη μετάβαση.
Ανοιχτό μέτωπο παραμένει και το στεγαστικό πρόβλημα. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι τιμές κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τα εισοδήματα των νοικοκυριών από το 2019 και μετά, αποτέλεσμα της έντονης ζήτησης και της διαχρονικά περιορισμένης προσφοράς νέων κατοικιών λόγω χαμηλής οικοδομικής δραστηριότητας. Σήμα κινδύνου εκπέμπεται επίσης για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των δημόσιων νοσοκομείων προς τους προμηθευτές, οι οποίες, αν και μειώθηκαν στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 από 626 εκατ. ευρώ σε 453 εκατ. ευρώ, εξακολουθούν να αποτελούν ζήτημα που χρήζει αντιμετώπισης.




