Η Apple κατέβαλε 17,1 δισ. δολάρια σε φόρους στην Ιρλανδία για το οικονομικό έτος 2025, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 40% όλων των φόρων εισοδήματος που πλήρωσε παγκοσμίως η αμερικανική εταιρεία τεχνολογίας. Τα στοιχεία δημοσιοποιήθηκαν στο πλαίσιο νέων κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υποχρεώνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να δημοσιεύουν ανά χώρα τα έσοδα, τα κέρδη και τους φόρους τους. Το ποσό συνδέεται στενά με τη μακρόχρονη φορολογική διαμάχη της Apple με τις Βρυξέλλες, η οποία έκλεισε οριστικά το 2024.
Διαβάστε επίσης: Η Samsung δίνει 80 δισ. δολάρια στους μετόχους της
Τα στοιχεία της φορολογικής δήλωσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρουν οι Financial Times, η Apple κατέβαλε συνολικά 43,2 δισ. δολάρια σε φόρους εισοδήματος σε ολόκληρο τον κόσμο κατά το οικονομικό έτος 2025. Από αυτό το ποσό, τα 17,1 δισ. δολάρια κατευθύνθηκαν στην Ιρλανδία, ένα ποσό σημαντικά υψηλότερο από τον φόρο που αναλογούσε πραγματικά στα κέρδη της εταιρείας στη χώρα. Ο λόγος είναι ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται περίπου 13 δισ. ευρώ, ή 15,18 δισ. δολάρια, τα οποία αφορούν αναδρομικούς φόρους που η Apple κλήθηκε να καταβάλει μετά τη λήξη της νομικής διαμάχης με την Κομισιόν.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν και τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει η Ιρλανδία στην εταιρική και φορολογική δομή της Apple. Περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων προ φόρων κερδών της εταιρείας για το οικονομικό έτος που έληξε τον Σεπτέμβριο του 2025 καταγράφηκε μέσω των ιρλανδικών θυγατρικών της, ενώ στη χώρα απασχολείται μόλις το 3% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού της. Συγκεκριμένα, η Apple απασχολεί στην Ιρλανδία 5.575 εργαζομένους, όπου βρίσκεται και η ευρωπαϊκή της έδρα. Για σύγκριση, στη Γερμανία απασχολεί 4.089 εργαζομένους, ωστόσο οι φόροι που κατέβαλε εκεί περιορίστηκαν σε μόλις 153 εκατ. δολάρια, δηλαδή μόλις στο 0,3% του παγκόσμιου συνόλου.
Η δεκαετής διαμάχη με τις Βρυξέλλες
Η υπόθεση των φόρων στην Ιρλανδία έχει τις ρίζες της περισσότερο από μία δεκαετία πίσω. Το 2016, η Ευρωπαϊκή Κομισιόν είχε ζητήσει από την Ιρλανδία να ανακτήσει από την Apple έως και 13 δισ. ευρώ, πλέον τόκων, κρίνοντας ότι οι φορολογικές συμφωνίες της χώρας με την εταιρεία συνιστούσαν παράνομη κρατική ενίσχυση. Η Ιρλανδία είχε αρχικά αντιταχθεί στην απόφαση αυτή, ενώ η Apple υποστήριζε σταθερά ότι είχε καταβάλει όλους τους φόρους που της αναλογούσαν και ότι συμμορφωνόταν πλήρως με την ιρλανδική και τη διεθνή νομοθεσία.
Η δικαστική διαμάχη έφτασε στο τέλος της το 2024, όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικύρωσε οριστικά την απόφαση της Κομισιόν. Το δικαστήριο έκρινε ότι η Ιρλανδία είχε πράγματι χορηγήσει στην Apple παράνομα φορολογικά πλεονεκτήματα, τα οποία της επέτρεπαν να καταβάλλει εξαιρετικά χαμηλό πραγματικό φορολογικό συντελεστή. Μετά την απόφαση αυτή, η Ιρλανδία επιβεβαίωσε ότι εισέπραξε περίπου 14,25 δισ. ευρώ από τον ειδικό λογαριασμό όπου παρέμεναν δεσμευμένα τα χρήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της πολυετούς νομικής διαδικασίας.
Νέοι κανόνες διαφάνειας για τις πολυεθνικές
Η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων δεν είναι τυχαία χρονικά, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών κανόνων που υποχρεώνουν πλέον τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις να παρουσιάζουν αναλυτικά, ανά χώρα, τα έσοδα, τα κέρδη και τους φόρους εισοδήματος που καταβάλλουν. Η νέα αυτή υποχρέωση διαφάνειας αναμένεται να τροφοδοτήσει εκ νέου τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη φορολόγηση των μεγάλων τεχνολογικών ομίλων και το κατά πόσο αυτοί καταβάλλουν το αναλογούν μερίδιο στα δημόσια ταμεία των χωρών όπου δραστηριοποιούνται. Η περίπτωση της Apple στην Ιρλανδία, με τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους φόρους που καταβλήθηκαν εκεί και σε άλλες μεγάλες αγορές όπως η Γερμανία, αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο του διαλόγου για τη δικαιότερη κατανομή της φορολογικής επιβάρυνσης των πολυεθνικών εταιρειών στην Ευρώπη.




