Οι εκπομπές ρύπων των τριών μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών του κόσμου, της Microsoft, της Amazon και της Google, αυξήθηκαν κατά σχεδόν 20% τον τελευταίο χρόνο. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στην κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων για την υποστήριξη υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης. Τα στοιχεία προέρχονται από τις ετήσιες εκθέσεις βιωσιμότητας που δημοσίευσαν οι τρεις εταιρείες τις τελευταίες εβδομάδες. Η εξέλιξη αυτή θέτει σε δοκιμασία τους φιλόδοξους κλιματικούς στόχους που είχαν θέσει τα τελευταία χρόνια.
Οι εκπομπές ρύπων εκτινάχθηκαν στα 119 εκατομμύρια τόνους
Σύμφωνα με τις εκθέσεις, κατά το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2026, οι τρεις τεχνολογικοί κολοσσοί εξέπεμψαν συνολικά 119 εκατομμύρια μετρικούς τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα (mTCO₂e). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο των συνολικών εκπομπών ολόκληρης της Γαλλίας. Την προηγούμενη χρονιά, οι εκπομπές των τριών εταιρειών είχαν φτάσει τα 101 εκατομμύρια mTCO₂e, ποσότητα αντίστοιχη με τις συνολικές εκπομπές της Τσεχίας το 2024. Αν στο σύνολο αυτό προστεθούν και οι εκπομπές άλλων εταιρειών του κλάδου, όπως η Apple, η Meta και η Nvidia, το ποσοστό αναμένεται να πλησιάσει ακόμη περισσότερο τα επίπεδα της Γαλλίας.
Η κύρια αιτία της αύξησης είναι η ραγδαία ζήτηση για υπηρεσίες cloud, όπως η αποθήκευση δεδομένων και η λειτουργία διαδικτυακών διακομιστών, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την εκπαίδευση και τη λειτουργία εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και chatbot. Η ζήτηση αυτή απαιτεί ολοένα και περισσότερα κέντρα δεδομένων, με ό,τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για το περιβάλλον, τόσο σε επίπεδο κατανάλωσης ενέργειας όσο και ψύξης των εγκαταστάσεων. Ξεχωριστά, η Microsoft ανακοίνωσε αύξηση 25% στις εκπομπές της, φτάνοντας τα 20 εκατομμύρια mTCO₂e, αποδίδοντας την άνοδο στην επέκταση των υποδομών των κέντρων δεδομένων της. Η Google κατέγραψε αύξηση 18%, την οποία απέδωσε κυρίως στην ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας που απαιτήθηκε για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της. Η Amazon από την πλευρά της ανακοίνωσε αύξηση 16% στις συνολικές εκπομπές της και 20% ειδικά στις εκπομπές της εφοδιαστικής της αλυσίδας.
Αντιδράσεις για τις πρακτικές των τεχνολογικών εταιρειών
Η καθηγήτρια Οικονομικών στο University College London, Σεσίλια Ρικάπ, τοποθετήθηκε επικριτικά απέναντι στις πρακτικές των τριών εταιρειών. Όπως δήλωσε, οι ισχυρισμοί της Microsoft, της Amazon και της Google ότι οι υπηρεσίες cloud τους είναι οικολογικές και βιώσιμες αποτελούν, στην πραγματικότητα, στρατηγική μάρκετινγκ. Σύμφωνα με την ίδια, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη το διαρκώς αυξανόμενο ανθρακικό αποτύπωμα αυτών των εταιρειών, ιδίως όταν οι ίδιες προτείνουν λύσεις τεχνητής νοημοσύνης για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η Ρικάπ επεσήμανε επίσης ότι όσο περισσότερες επιχειρήσεις μεταφέρουν τα δεδομένα και τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης τους στο cloud αυτών των εταιρειών, τόσο περισσότερο μεταφέρουν και το δικό τους περιβαλλοντικό αποτύπωμα στους παρόχους. Με άλλα λόγια, η μετάβαση στο cloud βοηθά πολλές επιχειρήσεις να αποκρύπτουν το πραγματικό περιβαλλοντικό κόστος των ψηφιακών και των AI δραστηριοτήτων τους.
Από την πλευρά της, η Google επιχείρησε να αντισταθμίσει την εικόνα, υποστηρίζοντας ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης της συνέβαλαν στη μείωση περίπου 41 εκατομμυρίων τόνων εκπομπών CO₂ σε άλλους τομείς της οικονομίας κατά το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι συνολικές εκπομπές των τριών εταιρειών συνεχίζουν να αυξάνονται με ταχύ ρυθμό. Παράλληλα, τόσο η Microsoft όσο και η Amazon δεν προχώρησαν σε αντίστοιχη αντιστάθμιση στις δηλώσεις τους, εστιάζοντας κυρίως στην επέκταση της υποδομής τους ως βασική αιτία της ανόδου. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα στους κλιματικούς στόχους που είχαν θέσει οι εταιρείες στο παρελθόν και στην πραγματικότητα της τεράστιας ενεργειακής ζήτησης που δημιουργεί η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.




